Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

« Ἡ πτωχή χήρα »

«Καί καθίσας ὁ Ἰησοῦς κατέναντι τοῦ γαζοφυλακίου, ἐθεώρει πῶς ὁ ὄχλος βάλλει χαλκόν εἰς τό γαζοφυλάκιον. Καί πολλοί πλούσιοι ἔβαλλον πολλά· καί ἐλθοῦσα μία χήρα πτωχή ἔβαλε λεπτά δύο, ὅ ἐστι κοδράντης. Καί προσκαλεσάμενος τούς μαθητάς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι ἡ χήρα ἡ πτωχή αὕτη πλεῖον πάντων ἔβαλε τῶν βαλλόντων εἰς τό γαζοφυλάκιον· πάντες γάρ ἐκ τοῦ περισσεύοντος αὐτοῖς ἔβαλον· αὕτη δέ ἐκ τῆς ὑστερήσεως αὐτῆς πάντα ὅσα εἶχεν ἔβαλεν, ὅλον τόν βίον αὐτῆς» (Μάρκ. ιβ ́ 41-44).


Ποιά εἶναι αὐτή ἡ φτωχή χήρα; Γιατί ἐνήργησε μέ αυτόν τόν τρόπο καί γιατί ὁ Κύριος κάνει ἀναφορά σ ̓ ἐκείνη; Σ ̓ αὐτές τίς ἐρωτήσεις θά προσπαθήσουμε νά ἀπαντήσουμε στήα συνέχεια. Πρόκειται γιά μιά φτωχή Ἑβραία χήρα, τῆς ὁποίας τό ὄνομα δέν ἀναφέρουν οἱ Εὐαγγελιστές, καθώς πιθανότατα θά ἦταν γιά ἐκείνους ἄγνωστη. Ὁ Κύριος, παρ ̓ ὅλα αὐτά γνώριζε τό ὄνομά της, ὅπως γνώριζε τό ὄνομα τοῦ Ζακχαίου καί τοῦ Τελώνη. Λίγη σημασία ἔχει γιά ἐμᾶς νά ξέρουμε τό ὄνομα· ἡ χειρονομία της μνημονεύεται εἰς τούς αἰώνας καί τό ὄνομά της εἶναι καταγεγραμμένο στό βιβλίο τῆς Ζωῆς.

ραγε, εἴχε ἀκούσει τόν Χριστό νά κηρύττει καί οἱ σωτήριοι Λόγοι Του εἶχαν ἀγγίξει τήν καρδιά της; Εἶναι πολύ πιθανόν, ἀλλά οἱ Εὐαγγελιστές τό προσπερνοῦν καί αὐτό μέ σιωπή. Ὁ Κύριος ἄραγε τῆς μίλησε ἀφότου ἔκανε τήν προσφορά της; Εἶναι πιθανόν, ἀλλά μαρτυρίες γι ̓ αὐτό δέν ὑπάρχουν.

Αὐτό πού εἶναι σίγουρο εἶναι πῶς ἦταν πτωχή, ὅπως τόσες χήρες στό Ἰσραήλ ἐκεῖνον τόν καιρό.

∆έν εἶχαν κανενός εἶδους σύνταξη καί ζοῦσαν μόνο ἀπό αυτά πού τούς ἔδιναν οἱ συγγενεῖς ἤ οἱ γείτονες μέ ἐλεημοσύνη καί ἐπιπλέον ἀπό ὅσα τούς ἔδινε ὁ Ναός καί συγκεκριμένα ἀπό τίς προ- σφορές ὅλου τοῦ κόσμου. «Ἦταν ἕνα ἀξιέπαινο ἔθιμο γιά τούς Ἑβραίους κατά τό ὁποῖο ἐκείνοι πού ἡ περιουσία τους τό ἐπέτρεπε, κατέθεταν ἐθελοντικά τήν προσφορά τους στό θησαυροφυλάκιο τοῦ Ναοῦ, τό ὁποῖο προοριζόταν νά θρέψει τούς Ἱερεῖς, τούς φτωχούς καί τίς χήρες» (Ὁμιλία Θεοφυλάκτου).

προσφορά τῆς χήρας δέν ἦταν μεγάλης ἀξίας. Ἔφτανε μονάχα τήν ἀξία ἑνός ψωμιοῦ. Ὡστόσο ἦταν ὅ,τι εἶχε χωρίς νά μεριμνᾶ γιά τό αὔριο καί τό ἔδωσε μέ ὅλη της τήν καρδιά. «∆έν εἶναι ἡ ποσότητα τῆς προσφορᾶς, ἀλλά ὁ πλοῦτος τῆς καρδιᾶς πού ὁ Θεός λαμβάνει ὑπόψη ἐδῶ». (Ἅγ. Ἰωάν. Χρυσόστομ.). «Ὁ Θεός μετράει τήν πρόθεσή μας πολύ περισσότερο ἀπό τό ἀντικείμενο τῆς προσφορᾶς μας· λαμβάνει ὑπόψη ὄχι τό ὑλικό τῆς θυσίας μας, ἀλλά τήν γενναιόδωρη προδιάθεση ἐκείνου πού προσφέρει», λέγει ὁ σεβάσμιος Bede. Αὐτή τήν προσφορά της ἡ πτωχή χήρα τήν βρῆκε στήν ἄλλη ζωή πολλαπλασιασμένη, χάρη στήν γενναιοδωρία της καί κυρίως χάρη σ ̓ Ἐκεῖνον, τοῦ Ὁποίου ἡ γενναιοδωρία δέν ἔχει ὄριο. Γιατί ἄραγε ὁ Ἰησοῦς παρατηροῦσε «καθίσας κατέναντι τοῦ γαζοφυλακίου» τί ἔβαλε ὁ καθένας μέσα σ ̓ αὐτό; Ἀπό περιέργεια; Καί βέβαια ὄχι ! Τό ἔκανε προκειμένου νά δώσει στή συνέχεια ἕνα μάθημα στούς μαθητές Του, οἱ ὁποίοι ἀπέδιδαν ἴσως μεγαλύτερη σημασία στό ποσό πού ὁ καθέ- νας προσέφερε, παρά στήν προδιάθεση τῆς καρδιᾶς. Αὐτή ἡ προδιάθεση μπορεῖ ἄλλωστε νά εἶναι κακή : μπορεῖ γιά παράδειγμα νά δίνουμε ἀπό ματαιοδοξία ἤ ἐξαναγκαστικά. Ἡ προσφορά μας μπορεῖ ἀκόμη νά μήν γίνει ἀποδεκτή, ὅπως γίνεται ἐνίοτεγιά νά μήν ποῦμε πολύ συχνάστούς πλουσίους. Ὁ Θεός ἀπορρίπει τέτοιες δωρεές, ὅπως ἐκείνη τοῦ Κάϊν.

Κάποιες φορές δέν ἔχουμε τίποτα νά δώσουμε, ὅπως ὁ ἀπ. Πέτρος στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων.

«Εἶπε δέ Πέτρος· ἀργύριον καί χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὅ δέ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι· ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου ἔγειρε καί περιπάτει» (Πράξ. γ ́ 6). Ἐάν δέν μποροῦμε νά κάνουμε ἕνα θαῦμα, ἄς κάνουμε τουλάχιστον μία προσευχή γιά ἐκεῖνον πού τό ζητάει ἤ μία φιλάν- θρωπη χειρονομία.

Μέ μιά εὐρύτερη ἔννοια, δέν πρόκειται μόνο γιά προσφορά χρημάτων, ἀλλά γιά προσφορά τοῦ ἑαυτοῦ μας, τῶν δυνατοτήτων μας νά βοηθήσουμε τόν πλησίον καί τήν Ἐκκλησία. Ἐδώ ἐπαληθεύεται ὁ Λόγος: «Τοῦτο δέ ὁ σπείρων φειδομένως, φειδομένως καί θερίζει καί ὁ σπείρων ἐπ ̓ εὐλογίαις, ἐπ ̓ εὐλογίαις καί θερίσει» (Β ́ Κορ. θ ́ 6). ταν χήρα. Ὁ Κύριος τό γνώριζε, ὅπως γνώριζε πῶς ἡ Σαμαρείτιδα εἶχε πέντε συζύγους (Ἰωάν δ ́ 18). Πιθανώς φαινόταν καί ἀπό τήν ἐνδυμασία της, ἡ ὁποία δέν ἦταν ἴδια μέ μιᾶς γυναίκας, πού εἶχε ἀκόμα τό σύζυγό της ἤ μέ κάποιας πού ἦταν παρθένα. Τό ὅτι ἤταν πτωχή, φαινόταν καί αὐτό ἀπό τόν ρουχισμό της.

Παρ ̓ ὅλα αὐτά, ἦταν πλούσια, διότι εἶχε γιά προστάτη της τόν Κύριο, ὁ ὁποῖος «ὀρφανόν καί χήραν ἀναλήψεται» (Ψάλμ. 145, 9).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου