Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

« Ὁ Θεός μας »

Kάθε φορά ποῦ ὁ Ἱερέας λέει τήν ἐκφώνησιν: «ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός ἡμῶν καί Σοί τήν δόξαν ἀναπέμπομεν...», ἡ φράση "ὁ Θεός ἡμῶν" μέ συγκινεῖ βαθιά. ∆έν πρόκειται γιά κάποιον Θεό ἀφηρημένο, φιλοσοφικό, ἀλλά γιά ἕναν Θεό πού βρίσκεται δίπλα μας, πού εἶναι ἄρρηκτα συν- δεδεμένος μέ ἐμᾶς. Εἶναι σάν τήν μητέρα πού λέει: «Τό παιδί μου», γιά τό ὁποῖο ἔχει ὑποφέρει καί ἔχει κλάψει.

Ἀπόστολος Θωμᾶς, ὁ λεγόμενος ἄπιστος, εἶπε μόλις εἶδε τόν ἀναστημένο Κύριον : «ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου» (Ἰωάν. κ ́ 28), ἐνῶ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή εἶπε «ὅτι ἦραν τόν Κύριόν μου» (Ἰωάν. κ ́ 13). Κάθε φορά ἐκφράζεται αὐτός ὁ στενός σύνδεσμος τῆς ψυχῆς μέ τόν Θεόν.

νάμεσα στά ὀνόματα πού ἀποδίδουμε στόν Θεό, προτιμῶ τό "Χριστούλης", τό ὁποῖο δέν σχετίζεται καθόλου μέ τό «μικρός Ἰησοῦς». Ὁ «Χριστούλης» εἶναι πάντα ὁ Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος, γιά τόν Ὁποῖον αἰσθανόμαστε τρυφερότητα καί στοργή, ἐνῶ ἡ ἔκφραση "μικρός Ἰησοῦς" δηλώνει μονάχα συναισθηματισμό.

μικρός Ἰησοῦς εἶναι τό νήπιο πού βλέ- πουμε στίς θεῖες Εἰκόνες. Ἄλλο εἶναι γιά παράδειγμα ἕνας πίνακας θρησκευτικοῦ περιεχομένου τοῦ Ραφαήλ καί ἄλλο μιά Εἰκόνα βυζαντινή, ὅπως ἡ Παρθένος τοῦ Βλαδίμηρου. Ὁ πίνακας εἶναι "γήϊνος" καί συναισθηματικός, ἐνώ ἡ Εἰκόνα εἶναι γεμά- τη τρυφερότητα, ὅπου τό πάθος δέν ἔχει θέση. ∆έν εἶναι τυχαῖο πού αὐτή ἡ Εἰκόνα ὀνομάζεται «Παρθένος τῆς τρυφερότητος». Ὑπάρχουν καί ἄλλες εἰκόνες τῆς Παναγίας, οἱ ὁποῖες ἐκφράζουν ἄλλες περιπτώσεις (ἀλλά ποτέ συναισθηματισμό,ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ πάθος). Γιά παράδειγμά ἡ "Ὀδηγήτρια", πού μᾶς δείχνει τόν δρόμο. Ἡ "Χαρά ὅλων τῶν θλιβομένων", πού συγκινεῖ τίς σκληρές καρδιές, πού ἀπα- λύνει τούς πόνους ἤ ἀκόμη "Καταφύγιο τῶν ἁμαρτωλῶν".

έν εἶναι ἡ αὐστηρότητα, ἀλλά ἡ ἀτα- ραξία ἀπό τήν ὁποία ὁ συναισθηματισμός ἐξοργίζεται καί ἡ ὁποία γεμίζει ἀπό στοργή καί τρυφερότητα. Ὅταν βλέπουμε τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος παίρνει τά παιδιά στίς ἀγκάλες Του καί τά εὐλογεῖ, ἤ τόν Ἅγιο Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος ἔκλεβε μπροστά στούς ἐπισκέπτες, ἀλλά δέν τό ἔκανε μπροστά στά παιδιά.

ἀέρας τῶν βουνῶν δέν εἶναι ἐπικίνδυ- νος, ἀλλά καθαρός. Εἶναι ἐπικίνδυνος γιά τόν ἄρρωστο. ἀλλά ὄχι γιά ἐκεῖνον πού εἶναι γεμάτος ὑγεία καί ζωή. Ὑπάρχει μιά σημαντική σκοπιά στήν πνευματικότητα τῆς Ἐκκλησίας: τό πνευματικό πένθος. Ὅταν φθάνουμε σέ αὐτό, τά δάκρυα τρέ- χουν ἀπό μόνα τους, καθώς προκαλοῦνται ἀπό τή Θεία Χάρη, μέ τήν Ὁποία γεμίζει ἡ συγκινημένη καρδιά μας.

Τό πένθος, βέβαια, φαίνεται νοσηρό γιά τόν ἁμαρτωλό, ἐνῶ γιά ἐκεῖνον πού νικᾶται ἀπό τά πάθη του εἶναι ἡ ἀνάσταση, διότι πέρασε ἀπό τόν Σταυρό, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ σέ αὐτήν. Καί ὁ Θεός δέν εἶναι πιά ἕνας Θεός ἐνώπιον Τόν Ὁποίο τρέμει, ἀλλά εἶναι ὁ Θεός γιά τόν Ὁποῖον θυσίασε τά πάντα κί μέ τόν Ὁποῖον βρίσκεται στήν αἰωνιότητα.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

« Ἡ πτωχή χήρα »

«Καί καθίσας ὁ Ἰησοῦς κατέναντι τοῦ γαζοφυλακίου, ἐθεώρει πῶς ὁ ὄχλος βάλλει χαλκόν εἰς τό γαζοφυλάκιον. Καί πολλοί πλούσιοι ἔβαλλον πολλά· καί ἐλθοῦσα μία χήρα πτωχή ἔβαλε λεπτά δύο, ὅ ἐστι κοδράντης. Καί προσκαλεσάμενος τούς μαθητάς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι ἡ χήρα ἡ πτωχή αὕτη πλεῖον πάντων ἔβαλε τῶν βαλλόντων εἰς τό γαζοφυλάκιον· πάντες γάρ ἐκ τοῦ περισσεύοντος αὐτοῖς ἔβαλον· αὕτη δέ ἐκ τῆς ὑστερήσεως αὐτῆς πάντα ὅσα εἶχεν ἔβαλεν, ὅλον τόν βίον αὐτῆς» (Μάρκ. ιβ ́ 41-44).


Ποιά εἶναι αὐτή ἡ φτωχή χήρα; Γιατί ἐνήργησε μέ αυτόν τόν τρόπο καί γιατί ὁ Κύριος κάνει ἀναφορά σ ̓ ἐκείνη; Σ ̓ αὐτές τίς ἐρωτήσεις θά προσπαθήσουμε νά ἀπαντήσουμε στήα συνέχεια. Πρόκειται γιά μιά φτωχή Ἑβραία χήρα, τῆς ὁποίας τό ὄνομα δέν ἀναφέρουν οἱ Εὐαγγελιστές, καθώς πιθανότατα θά ἦταν γιά ἐκείνους ἄγνωστη. Ὁ Κύριος, παρ ̓ ὅλα αὐτά γνώριζε τό ὄνομά της, ὅπως γνώριζε τό ὄνομα τοῦ Ζακχαίου καί τοῦ Τελώνη. Λίγη σημασία ἔχει γιά ἐμᾶς νά ξέρουμε τό ὄνομα· ἡ χειρονομία της μνημονεύεται εἰς τούς αἰώνας καί τό ὄνομά της εἶναι καταγεγραμμένο στό βιβλίο τῆς Ζωῆς.

ραγε, εἴχε ἀκούσει τόν Χριστό νά κηρύττει καί οἱ σωτήριοι Λόγοι Του εἶχαν ἀγγίξει τήν καρδιά της; Εἶναι πολύ πιθανόν, ἀλλά οἱ Εὐαγγελιστές τό προσπερνοῦν καί αὐτό μέ σιωπή. Ὁ Κύριος ἄραγε τῆς μίλησε ἀφότου ἔκανε τήν προσφορά της; Εἶναι πιθανόν, ἀλλά μαρτυρίες γι ̓ αὐτό δέν ὑπάρχουν.

Αὐτό πού εἶναι σίγουρο εἶναι πῶς ἦταν πτωχή, ὅπως τόσες χήρες στό Ἰσραήλ ἐκεῖνον τόν καιρό.

∆έν εἶχαν κανενός εἶδους σύνταξη καί ζοῦσαν μόνο ἀπό αυτά πού τούς ἔδιναν οἱ συγγενεῖς ἤ οἱ γείτονες μέ ἐλεημοσύνη καί ἐπιπλέον ἀπό ὅσα τούς ἔδινε ὁ Ναός καί συγκεκριμένα ἀπό τίς προ- σφορές ὅλου τοῦ κόσμου. «Ἦταν ἕνα ἀξιέπαινο ἔθιμο γιά τούς Ἑβραίους κατά τό ὁποῖο ἐκείνοι πού ἡ περιουσία τους τό ἐπέτρεπε, κατέθεταν ἐθελοντικά τήν προσφορά τους στό θησαυροφυλάκιο τοῦ Ναοῦ, τό ὁποῖο προοριζόταν νά θρέψει τούς Ἱερεῖς, τούς φτωχούς καί τίς χήρες» (Ὁμιλία Θεοφυλάκτου).

προσφορά τῆς χήρας δέν ἦταν μεγάλης ἀξίας. Ἔφτανε μονάχα τήν ἀξία ἑνός ψωμιοῦ. Ὡστόσο ἦταν ὅ,τι εἶχε χωρίς νά μεριμνᾶ γιά τό αὔριο καί τό ἔδωσε μέ ὅλη της τήν καρδιά. «∆έν εἶναι ἡ ποσότητα τῆς προσφορᾶς, ἀλλά ὁ πλοῦτος τῆς καρδιᾶς πού ὁ Θεός λαμβάνει ὑπόψη ἐδῶ». (Ἅγ. Ἰωάν. Χρυσόστομ.). «Ὁ Θεός μετράει τήν πρόθεσή μας πολύ περισσότερο ἀπό τό ἀντικείμενο τῆς προσφορᾶς μας· λαμβάνει ὑπόψη ὄχι τό ὑλικό τῆς θυσίας μας, ἀλλά τήν γενναιόδωρη προδιάθεση ἐκείνου πού προσφέρει», λέγει ὁ σεβάσμιος Bede. Αὐτή τήν προσφορά της ἡ πτωχή χήρα τήν βρῆκε στήν ἄλλη ζωή πολλαπλασιασμένη, χάρη στήν γενναιοδωρία της καί κυρίως χάρη σ ̓ Ἐκεῖνον, τοῦ Ὁποίου ἡ γενναιοδωρία δέν ἔχει ὄριο. Γιατί ἄραγε ὁ Ἰησοῦς παρατηροῦσε «καθίσας κατέναντι τοῦ γαζοφυλακίου» τί ἔβαλε ὁ καθένας μέσα σ ̓ αὐτό; Ἀπό περιέργεια; Καί βέβαια ὄχι ! Τό ἔκανε προκειμένου νά δώσει στή συνέχεια ἕνα μάθημα στούς μαθητές Του, οἱ ὁποίοι ἀπέδιδαν ἴσως μεγαλύτερη σημασία στό ποσό πού ὁ καθέ- νας προσέφερε, παρά στήν προδιάθεση τῆς καρδιᾶς. Αὐτή ἡ προδιάθεση μπορεῖ ἄλλωστε νά εἶναι κακή : μπορεῖ γιά παράδειγμα νά δίνουμε ἀπό ματαιοδοξία ἤ ἐξαναγκαστικά. Ἡ προσφορά μας μπορεῖ ἀκόμη νά μήν γίνει ἀποδεκτή, ὅπως γίνεται ἐνίοτεγιά νά μήν ποῦμε πολύ συχνάστούς πλουσίους. Ὁ Θεός ἀπορρίπει τέτοιες δωρεές, ὅπως ἐκείνη τοῦ Κάϊν.

Κάποιες φορές δέν ἔχουμε τίποτα νά δώσουμε, ὅπως ὁ ἀπ. Πέτρος στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων.

«Εἶπε δέ Πέτρος· ἀργύριον καί χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὅ δέ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι· ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου ἔγειρε καί περιπάτει» (Πράξ. γ ́ 6). Ἐάν δέν μποροῦμε νά κάνουμε ἕνα θαῦμα, ἄς κάνουμε τουλάχιστον μία προσευχή γιά ἐκεῖνον πού τό ζητάει ἤ μία φιλάν- θρωπη χειρονομία.

Μέ μιά εὐρύτερη ἔννοια, δέν πρόκειται μόνο γιά προσφορά χρημάτων, ἀλλά γιά προσφορά τοῦ ἑαυτοῦ μας, τῶν δυνατοτήτων μας νά βοηθήσουμε τόν πλησίον καί τήν Ἐκκλησία. Ἐδώ ἐπαληθεύεται ὁ Λόγος: «Τοῦτο δέ ὁ σπείρων φειδομένως, φειδομένως καί θερίζει καί ὁ σπείρων ἐπ ̓ εὐλογίαις, ἐπ ̓ εὐλογίαις καί θερίσει» (Β ́ Κορ. θ ́ 6). ταν χήρα. Ὁ Κύριος τό γνώριζε, ὅπως γνώριζε πῶς ἡ Σαμαρείτιδα εἶχε πέντε συζύγους (Ἰωάν δ ́ 18). Πιθανώς φαινόταν καί ἀπό τήν ἐνδυμασία της, ἡ ὁποία δέν ἦταν ἴδια μέ μιᾶς γυναίκας, πού εἶχε ἀκόμα τό σύζυγό της ἤ μέ κάποιας πού ἦταν παρθένα. Τό ὅτι ἤταν πτωχή, φαινόταν καί αὐτό ἀπό τόν ρουχισμό της.

Παρ ̓ ὅλα αὐτά, ἦταν πλούσια, διότι εἶχε γιά προστάτη της τόν Κύριο, ὁ ὁποῖος «ὀρφανόν καί χήραν ἀναλήψεται» (Ψάλμ. 145, 9).

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

« ∆ικαιοσύνη καί Ἔλεος »

Ο Θεός εἶναι δίκαιος καί ἐλεήμων· τό ἕνα δέν μπορεῖ νά πάει χωρίς τό ἄλλο. Μποροῦμε ἀκόμη νά ποῦμε πῶς ἡ ∆ικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι φιλεύσπλαγχνη καί πῶς τό θεῖο Ἔλεος εἶναι δίκαιο. Μέ ἄλλα λόγια: Ἡ θεία δικαιοσύνη εἶναι Ἔλεος καί τό θεῖο ἔλεος ∆ικαιοσύνη. Ἐκφράζομαι μέ ἕναν ἀνθρώ- πινο τρόπο, σύμφωνα μέ τίς ἔννοιες πού μᾶς εἶναι οἰκείες, διότι ὁ Θεός εἶναι ἀκατάληπτος καί ὅλα ὅσα ἀπορρέουν ἀπό Ἐκεῖνον δέν μποροῦν νά κλειστοῦν σέ λέξεις.
Ἡ ∆ικαιοσύνη χωρίς Ἔλεος δείχνει σκληρότητα καί τό Ἔλεος χωρίς ∆ικαιοσύνη δείχνει μαλθακότητα. Ἡ Ἁγία Γραφή μᾶς δίνει ὡς παράδειγμα γιά τήν πρώτη περίπτωση τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους, ἐνῶ γιά τήν δεύτερη περίπτωση τόν Ἱερέα Ἐλί. Οἱ πρώτοι δέν εἶχαν παρά τόν Νόμο μπροστά στά μάτια τους, χωρίς νά μεριμνοῦν γιά τό πρόσωπο πού ἔσφαλε, ἐνῶ ὁ δεύτερος σκεφτόταν μόνο τούς ἀσεβεῖς γιούς του, χωρίς νά μεριμνᾶ γιά τόν Θεῖο Νόμο.
Οἱ Νόμοι καί οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν προκειμένου νά μᾶς βοηθήσουν νά προοδεύσουμε καί νά βαδίσουμε εὐθεία στόν πνευματικό μας δρόμο. Ὀφείλουμε νά τούς ἐφαρμόζουμε ἀνάλογα μέ τήν περίσταση, ἡ ὁποία μπορεῖ νά εἶναι εἶτε ἐλαφρή, εἶτε βαριά καί ἡ ὁποία μπορεῖ ἀκόμα νά καταστήσει τούς Κανόνες (σέ ὁρισμένες περιπτώσεις) ἐκτός χρήσης. Ἡ ἀνάγκη δέν κοιτάει Νόμους, ὅπως βλέ- πουμε καί στό Εὐαγγέλιο, ὅταν οἱ μαθητές, οἱ ὁποίοι πεινοῦσαν, μάζεψαν καί ἔφαγαν σπόρους σιταριοῦ τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, παρόλο πού αὐτό ἀπαγο- ρευόταν (Μάρκ. β ́ 23) ἤ ὅταν ὁ ∆αυΐδ μέ τούς ἀκολούθους του μπήκαν στόν Ναό καί ἔφαγαν τούς ἄρτους τῆς προθέσεως, κάτι τό ὁποῖο ἐπιτρεπόταν μόνο στούς ἱερεῖς.
Ἡ νηστεία, ἡ ὁποία διδάσκεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, συνεισφέρει στήν ταπείνωση τοῦ σώματος. Ἡ χωρίς διάκριση ὅμως ἐπιβολή τῆς νηστείας σέ ἕναν ἀσθενή καθίσταται βλαβερή, διότι ἡ ἀσθένεια κάνει ἤδη αὐτό στό ὁποῖο ἡ νηστεία ἀποσκοπεῖ καί ἀντί τό σῶμα νά ταπεινώνεται, αὐτό καταπονεῖται πέρα ἀπό κάθε ὄριο. Σέ περίπτωση ἀσθενείας, ὁ κανόνας τῆς νηστείας θά πρέπει νά μετριάζεται ἤ ἀκόμα καί νά ἀναβάλλεται.
Ἐάν ἐφαρμόζουμε τούς Κανόνες αὐστηρῶς, χωρίς νά λαμβάνουμε ὑπ ̓ ὅψιν τήν ἑκάστοτε περίπτωση καί χωρίς νά χρησιμοποιοῦμε τήν οἰκονομία ἐκεί ὅπου πρέπει, τότε αὐτοί οἱ Κανόνες γίνονται ἐμπόδιο καί ὄχι βοήθεια μέσα στήν Ἐκκλησία.
Ἡ διάκριση, λοιπόν, εἶναι ἐκείνη πού πρέπει νά κρατάει τήν ἰσορροπία ἀνάμεσα στήν ∆ικαιοσύνη καί τό Ἔλεος· ἐκείνη πού κρατάει τήν βελόνα τῆς ζυγαριᾶς ἀκριβῶς στή μέση, χωρίς νά κλίνει οὔτε ἀπό τήν μία πλευρά, οὔτε ἀπό τήν ἄλλη.
Οἱ νόμοι καί οἱ κανόνες εἶναι γενικοί καί πρέπει νά ἐφαρμόζονται ὄχι μόνο ἀνάλογα μέ τίς συνθῆκες, ἀλλά κυρίως λαμβάνοντας ὑπ ̓ ὅψιν τό πρόσωπο πού σφάλλει. Πρέπει νά ἐνεργοῦμε διαφορετικά ἀπέναντι σέ ἕναν ἁμαρτωλό πού μετανοεῖ καί δια- φορετικά σέ ἕναν ἁμαρτωλό πού παραμένει ἀμε- τανόητος. Κάθε φορά πού ὁ Θεός βλέπει μιά εἰλικρινή μετάνοια, ἐνεργεῖ μέ τό Ἔλεός Του. Τό Εὐαγγέλιο εἶναι γεμάτο μέ τέτοια παραδείγματα. Ἡ μοιχαλίδα γυναίκα, ἡ ὁποία σύμφωνα μέ τόν Νόμο ἔπρεπε νά λιθοβοληθεῖ· ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος ἦρθε γιά νά μᾶς σώσει, συγχώρεσε τήν ἁμαρτία της. Ὁ πατέρας τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ πατρική ἀγάπη δέν εἶχε ὑστεροβουλία, ἀλλά ἀντίθετα ἔλαβε μεγάλη χαρά.
Στήν παραβολή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου βλέπουμε τόν Τελώνη νά μετανοεῖ - παρόλο πού εἶναι γεμάτος ἁμαρτίες - καί νά δικαιώνεται, ἐνῶ ὁ Φαρισαῖος, ὁ ὁποῖος τηρεῖ σχολαστικά τόν Νόμο, καταδικάζεται. Βλέπουμε ἀκόμα τόν ἀποστ. Πέτρο νά ἀρνεῖται τρεῖς φορές τόν Χριστό καί νά κλαίει ὕστερα πικρά καί παρ ̓ ὅλα αὐτά ὁ Σωτήρας μας μετά τήν Ἀνάστασή Του τόν ρωτάει μονάχα ἐάν Τόν ἀγαπᾶ, χωρίς νά τοῦ κάνει τήν παραμικρή μομφή. Στήν Παλαιά ∆ιαθήκη βλέπουμε τόν ∆αυΐδ νά διαπράττει μοιχεία καί καί στήν συνέχεια νά δολοφονεῖ ἀκόμη ἀκόμα καί τόν σύζυγο τῆς Βερσεβᾶ. Ἀπό τή στιγμή, ὅμως πού μετενόησε, ὁ Κύριος δέν τόν ἀπέρ- ριψε, ἀντίθετα τόν ἀγάπησε πολύ. Οἱ Νινευΐτες, ἐφ ̓ ὅσον μετενόησαν, βρήκαν τό Ἔλεος τοῦ Θεοῦ, παρ ̓ ὅλο πού ὁ Ἰωνᾶς σκεφτόταν μέ ἀνθρώπινο τρόπο καί περίμενε τήν τιμωρία τους (Ἰωνᾶς γ ́-δ ́). Ἡ Βίβλος ἔχει πληθώρα τέτοιων παραδειγμάτων καί ἄν ἀρχίσουμε καί μέ τό Συναξάρι, δέν θά τελειώ- σουμε ποτέ.
Παρ ̓ ὅλα αὐτά, ὅταν ὁ Θεός βλέπει τόν ἁμαρτωλό νά μένει ἀμετανόητος, τό Ἔλεός Του μετατρέπεται σέ ρομφαία κοφτερή. Οἱ Πρωτόπλαστοι, οἱ ὁποίοι προσπαθοῦσαν νά δικαιολογηθοῦν γιά τήν πράξη τους ἀντί νά μετανοήσουν, ἐκδιώχθηκαν ἀπό τόν Παράδεισο. Τήν ἐποχή τοῦ Νώε, ὁ κατακλυσμός καταβρόχθισε σχεδόν ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Τά Σόδομα καί τά Γόμορα, ὅπου οἱ ἁμαρτίες ξεχείλιζαν πέρα ἀπό κάθε ὄριο (ὅπως καί στόν σύγχρονο κόσμο) καταστράφηκαν ἀπό τήν φωτιά. Ὁ Κύριος χρησιμοποίησε σκληρά λόγια ἀπέναντι στούς ἀμετανοή- τους Γραμματεῖς καί Φαρισαίους.
Ἐν συντομίᾳ: Ἡ ∆ικαιοσύνη εἶναι γεμάτη Ἔλεος πρός τόν ἁμαρτωλό, πού ἔρχεται εἰς ἐπίγνωσιν καί τό Ἔλεος εἶναι δίκαιο τιμωρώντας τόν ἁμαρτωλό πού πραμένει στήν ἁμαρτωλότητά του.

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

« Τήν ὥρα τῆς δοκιμασίας »


Xωρίς τήν ἄδεια (ἔγκριση) τοῦ Θεοῦ, ὁ διάβολος δέν μπορεῖ νά μᾶς πειράξει, ὅπως βλέπουμε γιά παράδειγμα στήν ἱστορία τοῦ Ἰώβ. «Τότε εἶπεν Κύριος τῷ διαβόλῳ· ἰδού πάντα, ὅσα ἐστίν αὐτῷ, δίδωμι ἐν τῇ χειρί σου, ἀλλ ̓ αὐτοῦ μή ἅψη» (Ἰώβ α ́ 12). Ἀφοῦ ἐπιτέ- θηκε σέ ὅλη τήν περιουσία του, ὁ πονηρός ἐν τέλει ρώτησε ἄν μπορεῖ ἐπίσης νά ἐπιβου- λευθεῖ καί τή ζωή τοῦ Ἰώβ: «Εἶπε δέ ὁ Κύριος τῷ διαβόλῳ· ἰδού παραδίδωμι σοι αὐτόν, μόνον τήν ψυχήν αὐτοῦ διαφύλαξον» (Ἰώβ β ́ 6).
Ὁ Θεός ἐπιτρέπει αὐτές τίς δοκιμασίες προκει- μένου νά φέρει στό φῶς αὐτό πού πραγματικά
βρίσκεται βαθειά μέσα μας. Ἡ πίστη μας, ἡ ἀγάπη μας, ἡ γενναιοδωρία μας εἶναι ἀληθινά ἀγνές ἤ εἶναι στήν πραγματικότητα μιά ἐγω- κεντρική ἀναζήτηση τοῦ ἑαυτοῦ μας; Ἡ δοκι- μασία θά τό δείξει.
Πρίν τόν Θεῖο Πάθος, ὁ Πειρασμός ζήτησε ἐπίσης νά πειράξει τούς Ἀποστόλους: «Ἰδού ὁ
σατανᾶς ἐξῃτήσατο ὑμᾶς τοῦ συνιᾶσαι ὡς τόν σῖτον» (Λουκ. κβ ́ 31). Λίγο νωρίτερα, ὁ Κύριος εἴχε πεῖ· «ὑμεῖς δέ ἐστε οἱ διαμεμενηκότες μετ ̓ ἐμοῦ ἐν τοῖς πειρασμοῖς μου» (Λουκ. κβ ́ 28). Αὐτό δείχνει ὅτι οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν περάσει κάποιους πειρασμούς, ἀλλά ὅταν ὁ ἄνεμος φύσηξε πιό δυνατά, τή στιγμή τοῦ θείου Πάθους, οἱ ἀδυναμίες τους βγήκαν στήν ἐπιφά- νεια: ὁ Πέτρος ἀρνήθηκε τρεῖς φορές τόν Χρι- στό, οἱ ὑπόλοιποι ἔφυγαν ἐξαιτίας τοῦ φόβου τους καί μόνο ὁ Ἰωάννης, ὁ ἀγαπημένος μαθη- τής, καί μερικές γυναῖκες ἔμειναν πιστοί.
Πολύ νωρίτερα ἀπό τό Θεῖο Πάθος, κάποιοι ἀποστατοῦσαν καί ἔβρισκαν τά λόγια τοῦ Μεσ-
σία σκληρά, διότι δέν ἀνταποκρίνονταν στίς προσδοκίες τους. «Ἐκ τούτου πολλοί ἀπῆλθον ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, εἰς τά ὀπίσω καί οὐκέτι μετ ̓ αὐτοῦ περιεπάτουν» (Ἰωάν. στ ́ 66).
Τά χειρότερα ἐγκλήματα καί οἱ χειρότερες δια- στροφές διαπράττονται στόν σύγχρονο κόσμο·
«ὅτι εἰ ἐν τῷ ὑγρῷ ξύλῳ ταῦτα ποιοῦσιν, ἐν τῷ ξηρῷ τί γένηται;» (Λουκ. κγ ́ 31). Ὁ σύγχρονος κόσμος ἀποτελεῖ αὐτό τό ξερό ξύλο, στό ὁποῖο
δέν ὑπάρχει πλέον κανένας χυμός, ἀπό τό ὁποῖο δηλαδή, λείπει ἡ Θεία Χάρη.
Στά Σόδομα καί τά Γόμορα συνέβαιναν πάνω - κάτω τά ἴδια μέ αὐτά πού συμβαίνουν στίς μέ-
ρες μας. Τό ξέρω ὅτι εἶναι δύσκολο νά προφη- τεύουμε, κυρίως ὅταν πρόκειται γιά τό μέλλον, ὅπως ἔλεγε κάποιος. Ἀναρωτιέμαι, ὅμως, ἄν ὑπάρχουν ἀκόμη πενήντα δίκαιοι πού θά μπορέσουν νά ἀποτρέψουν τήν ἀναπόφευκτη τιμωρία σέ αὐτόν τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας, «ὅτι ὑψώθη ἡ κραυγή αὐτῶν ἔναντι Κυρίου» (Γεν. ιθ ́ 13).
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλάει καθαρά γιά ὅλα αὐτά στήν δεύτερη Ἐπιστολή του πρός Θεσσα-
λονικεῖς· «Μή τις ὑμᾶς ἐξαπατήσῃ κατά μηδένα τρόπον· ὅτι ἐάν μή ἔλθῃ ἡ ἀποστασία πρῶτον... τό γάρ μυστήριον ἤδη ἐνεργεῖται τῆς ἀνομίας... καί ἐν πάσῃ ἀπάτῃ τῆς ἀδικίας ἐν τοῖς ἀπολλυ- μένοις, ἀνθ ̓ ὧν τήν ἀγάπην τῆς ἀληθείας οὐκ ἐδέξαντο εἰς τό σωθῆναι αὐτούς» (Β ́ Θεσ. β ́ 3- 10). Ἐπίσης, στό Ευαγγέλιο ἀναφέρει: «Πλήν ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐλθών ἆρα εὑρήσει τήν πίστην ἐπί τῆς γῆς;» (Λουκ. ιη ́ 8).
Οἱ παλαιότεροι προφήτευαν ὅτι στίς τελευ- ταῖες γενεές θά δοθοῦν ἀδύναμα "φτερά" καί
ὅτι ὅσοι θά σωθοῦν, θά φθάσουν στήν ἀπέναντι "ὄχθη" μέ πολύ κόπο. Ἀπό τήν πλευρά μου, ὁ ρόλος μου δέν εἶναι νά κρίνω καί νά ἀναλύω τά ὅσα συμβαίνουν ἐπί τοῦ παρόντος, ἀλλά νά ἀγωνίζομαι γιά τή σωτηρία μου καί νά προ- σεύχομαι γιά ἐκείνους πού δοκιμάζονται, ὅπως ἔκανε ὁ Κύριος γιά τούς μαθητές Του· «ἐγώ δέ ἐδεήθην περί σοῦ, ἵνα μή ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου» (Λουκ. κβ ́ 32).
Εἶναι ἡ ὥρα ποῦ ἡ Ἐκκλησία, ἡ Νύμφη τοῦ Χρι- στοῦ, λέει ἐπίσης «οἱ πρός ὑμᾶς πάντες παραπορευόμενοι ὁδόν, ἐπιστρέψατε καί ἴδετε εἰ ἔστιν ἄλγος κατά τό ἄλγος μου, ὅ ἐγεννήθη· φθεγξάμενος ἐν ἐμοί ἐταπείνωσέ με Κύριος ἐν ἡμέρα ὀργῆς θυμοῦ αὐτοῦ» (Θρήνοι Ἱερ. α ́ 12).

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Ὁμιλία στήν Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων


Σήμερα ὁλοκληρώνεται τό ἔργο τῆς σωτηρίας, κατά τόν λειτουργικό τρόπο. Μετά τήν Σταύρωση, τήν Ἀνάσταση καί τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁδηγούμαστε ἐν τέλει στήν ἁγιότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος βρίσκει ξανά τήν παραδείσια κατάσταση πού ἔχασε μετά τήν πτώση του ἤ ἀλλιῶς δέχεται ξανά τήν κατάσταση ποῦ προοριζόταν γιά τούς προπάτορές μας − τόν οὐράνιο Παράδεισο.

«Ὦ, ∆έσποτα τῶν ἁπάντων ἀκατάληπτε, ποιητά οὐρανοῦ καί γῆς, διά Σταυροῦ παθών, ἐμοί ἀπάθειαν ἐπήγασας· ταφήν δέ καταδεξάμενος, καί ἀναστάς ἐν δόξῃ, συνανέστησας τόν Ἀδάμ, χειρί παντοδυνάμῳ. ∆όξα τῇ σῇ τριημέρῳ ἐγέρσει, δι ̓ ἧς δεδώρησαι ἡμῖν, τήν αἰώνιον ζωήν, καί ἱλασμόν ἁμαρτιῶν, ὡς μόνος εὔσπλαγχνος» (ἀπόστιχο τοῦ Ἐσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πάντων).

Ὁ κινητός λειτουργικός κύκλος τοῦ Τριωδίου καί τοῦ Πεντηκοσταρίου, ποῦ κινεῖται γύρω ἀπό τό Πάσχα, κλείνει λοιπόν. Λέω κινητός, διότι κάθε χρόνο οἱ ἡμερομηνίες μετακινοῦνται, ἀνάλογα μέ τήν ἡμερομηνία τοῦ Πάσχα, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἐαρινή ἰσημερία.

Ἄς δοῦμε τώρα ποιοί εἶναι ὅλοι αὐτοί οἱ ἅγιοι πού ἑορτάζουμε σήμερα. Εἶναι ὅλοι ἐκείνοι πού ἔφθασαν στήν ἁγιότητα σ ̓ αὐτή τή γῆ. «Οὗτοι εἰσίν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης, καί ἔπλυναν τάς στολάς αὐτῶν καί ἐλεύκαναν αὐτάς ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἀρνίου» (Ἀποκ. ζ ́ 14). Ἡ Ἀποκάλυψη μιλάει γιά τήν θλίψη, διότι χωρίς νά περάσουμε ἀπό τήν θλίψη, καμμία ἁγιότητα δέν εἶναι δυνατή. Ἡ ἁγιότητα προκύπτει χάρη στό αἵμα τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ καί ὄχι χάρη στίς δικές μας προσπάθειες. Ὁ ἄνθρωπος ἰδρῶνει, ἀλλά ὁ Θεός κάνει τή δουλειά, ὅπως λένε οἱ Πατέρες. Αὐτή ἡ συνεργεία εἶναι ἀπαραίτητη· μόνοι μας δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτα καί χωρίς τήν δική μας συγκατάθεση, ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά μᾶς σώσει.

Ποιοί εἶναι ὅλοι αὐτοί οἱ Ἅγιοι τῶν ὁποίων τήν μνήμη ἑορτάζουμε τούτη τήν Κυριακή; ∆έν εἶναι ὅλοι ὅμοιοι, ἀλλά ὁ καθένας ἔφθασε σέ διαφο- ρετικά ὕψη ἁγιότητος, μέ διαφορετικό τρόπο. Ὑπάρχουν μάρτυρες, ἀπόστολοι, ἱεράρχες, παρθένοι, προφῆτες, μοναχοί κλπ. Ὑπάρχουν, ἐπίσης καί διαφορετικές βαθμίδες ἁγιότητος, ἀνάλογα μέ τήν προσπά- θεια πού ἔκανε ὁ καθένας. Ἡ κορυφαία βαθμίδα ἀνήκει στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τήν Παρθένο Μαρία, ἡ Ὁποία ἔφθασε στό ὑψηλότερο σημεῖο ἁγιότητος ποῦ μπορεί νά φθάσει ὁ ἄνθρωπος· ὄχι ἐπειδή ἔτεκε τόνΧριστό, ἀλλά κυρίως χάρη στήν ἁγιότητά Της καί σέ ὅλες τίς ἄλλες ἀξεπέραστες ἀρετές Της.

«Ὡραιωθέντες καλλοναῖς, τῆς πρώτης καλλοποιΐας, καί φανέντες ἁπλανεῖς ὡς φωστῆρες, οὐρανώσατε Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησίαν Ἅγιοι, ἄλλοθεν ἄλλος ταύτην, ποικίλως κατακοσμήσαντες» (Ὄρθρος, ᾨδή γ ́).

Αὐτοί οἱ Ἅγιοι εἶναι οἱ «ἐκατόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες» γιά τούς ὁποίους μιλάει ἡ Ἀποκάλυψη στό κεφάλαιο ιδ ́. Αὐτός ὁ ἀριθμός εἶναι βέβαια συμβολικός: 12 φορές τό 12, τοῦ ὁποίου τό ἀκριβές γινό- μενο μόνο ὁ Θεός γνωρίζει. Στήν Ἀποκάλυψη, ἐπίσης, τίθεται τό ζήτημα ἑνός μεγάλου πλήθους, πού κανείς δέν μπορεῖ νά ὑπολογίσει. Εἶναι ἐκείνοι πού σώθηκαν χάρη στό θεῖο ἔλεος. Ἄς ἐλπίσουμε πῶς τουλά- χιστον θά τύχουμε τῆς μερίδος ἐκείνων, ἐάν ἐξαιτίας τῆς δειλίας μας δέν καταφέρουμε νά συνυπολογιστοῦμε μεταξύ τῶν Ἁγίων.

Αὐτοί οἱ Ἅγιοι, οἱ πρόγονοί μας, εἶναι ἐκείνοι πού μᾶς χάραξαν τόν δρόμο πού πρέπει νά ἀκολουθήσουμε, πού μᾶς καθοδηγοῦν, μᾶς δίνουν τό παράδειγμα πού πρέπει νά μιμηθοῦμε καί μᾶς περιβάλλουν μέ τήν προστασία τους καί τίς προσευχές τους.

Αὐτή τή στιγμή, κατά τήν διάρκεια αὐτῆς τῆς ἀκολουθίας, ἐδώ σ ̓ αὐτόν τόν Ναό, οἱ Ἅγιοι δέν εἶναι μόνο πνευματικά παρόντες ἀνάμεσά μας, ἀλλά ἐπίσης μέ ἕναν ὑλικό τρόπο στίς ἅγιες εἰκόνες καί στά ἅγια λείψανά τους. Αὐτό βέβαια, προϋποθέτει τήν πίστη, διότι ἕνας ἄθεος βλέπει σ ̓ αὐτά μόνο μία ζωγραφική, κάποια ὀστά καί τίποτα ἄλλο.

∆υστυχῶς, ἡ πίστη μας ταλαντεύεται ἀνάμεσα στά δύο ἄκρα καί μᾶς εἶναι δύσκολο νά διατηρήσουμε αὐτή τήν ἀδύναμη φλόγα. Εἶθε ὅλοι οἱ Ἅγιοι, τούς ὁποίους δοξολογοῦμε τούτη τήν ἡμέρα, νά μᾶς ἐλεήσουν καί νά μᾶς ἀξιώσουν μιά μέρα νά βρεθοῦμε κοντά τους σέ ὅλη τήν αἰωνιότητα.

Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Τά κρεμμύδια τῆς Αἰγύπτου

Οταν ὁ Χριστός, ὁ νέος Μωϋσῆς, μᾶς ἔκανε νά ἐγκαταλείψουμε τήν Αἴγυπτο − σύμβολο τοῦ κόσμου, τῆς σάρκας καί τοῦ διαβόλου − γιά νά διασχίσουμε τήν πνευματική ἔρημο, προκειμένου νά εἰσέλθουμε στή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, δέν γνωρίζαμε αὐτό πού μᾶς περίμενε καί πιστέυαμε πῶς ἐπρόκειτο ἁπλά νά

ἀκολουθήσουμε, χωρίς νά λακτίσουμε, τον ὁδηγό μας.

Τό νά ἐγκαταλείψουμε μέ τά πόδια μας τήν ἁμαρτία καί τίς αἰτίες πού τήν προκαλοῦν, εἶναι σχετικά εὔκολο· τό νά τήν ἐγκαταλείψουμε μέ τήν καρδιά μας εἶναι πολύ πιό δύσκολο. Πόσες φορές ἀκόμα κι ἐμεῖς, ὅπως οἱ Ἐβραίοι, δέν ραθυ- μοῦμε καί δέν ἀναπολοῦμε αὐτά πού εἴχαμε ὑπό τήν δουλεία τῆς ἁμαρτίας καί ὅπως ἐκείνοι φωνάζουμε: «ἐμνήσθημεν τούς ἰχθύας, οὕς ἠσθίομεν ἐν Αἰγύπτῳ δωρεάν, καί τούς σικύους καί τούς πέπονας καί τά πράσα καί τά κρόμμυα καί τά σκόρδα» (Ἀριθμοί, ια ́ 5). Καί τό θαυματουργό μάννα − σύμβολο τῆς χάριτος − γίνεται γιά μᾶς κάτι συνηθισμένο καί ἀνιαρό (ξεπερασμένο): «Νυνί δέ ἡ ψυχή ἡμῶν κατάξηρος, οὐδέν πλήν εἰς τό μάννα οἱ ὁφθαλμοί ἡμῶν» (Ἀριθμοί, ια ́ 6). Θά προτιμούσαμε νά βρεθοῦμε ξανά ὑπό τῇ δουλείᾳ τοῦ πνευματικοῦ Φαραώ (τοῦ διαβόλου), προκειμένου ἡ ψυχή μας νά λάβει ξανά τίς παλιές της συνήθειες. Σαράντα χρόνια ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά περιπλανηθοῦν οἱ Ἐβραίοι μέσα στήν ἔρημο, προτοῦ εἰσέλθουν στή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Παρ ̓ ὅλα αὐτά, ἡ διαδρομή αὐτή δέν εἶναι παρά λίγες ἑβδομάδες ἀπόσταση μέ τά πόδια. ∆έν ἔφταιγε ὁ Θεός γι ̓ αὐτό, ἀλλά ὁ ἄκαμπτος νοῦς καί ἡ σκληρή καρδιά τῶν Ἰσραηλιτῶν.

Κάποιες φορές σκέφτομαι αὐτό πού εἶχε πεῖ κάποτε ἕνας ἀρχαῖος: Ἐάν ὁ ἄνθρω- πος θέλει, ἀπό τό πρωΐ μέχρι τό βράδυ (μέσα σέ μιά μέρα), μπορεῖ νά φθάσει στά μέτρα τοῦ Θεοῦ, δηλαδή νά ἁγιαστεῖ ὁλοκληρωτικά. Ἀλλά, ἀλλοίμονο, χρειαζό- μαστε ὅλη μας τή ζωή γιά νά προαχθοῦμε πρός τήν τελειότητα και τίποτα δέν εἶναι λιγότερο σίγουρο ὅτι θά τήν φθάσουμε.

Πόσοι Ἑβραίοι πέθαναν στήν ἔρημο, χωρί νά προλάβουν νά μποῦν στή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας; Ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι ἐδῶ γιά νά μᾶς πεῖ. Ἀρκεῖ νά τήν διαβάσουμε γιά νά δοῦμε ὅτι ἡ ἐμπειρία τῶν Ἑβραίων ἀντικατοπτρίζει τή δική μας. Ἀποτελεῖ γιά μᾶς παρακαταθήκη, προκειμένου νά μάθουμε ἀπό αὐτή καί νά ἀποφεύγουμε τίς παγίδες πού μᾶς περιμένουν στόν δρόμο μας.

Κρεμμύδια, πεπόνια, σκόρδα κλπ. ἀπεικονίζουν ὅλα αὐτά στά ὁποία ἡ καρδιά μας εἶναι ἀκόμα προσκολλημένη στήν σκέψη, στό συναίσθημα καί στήν πράξη. Τό μάννα − εἰκόνα τῶν πραγματικῶν καταστάσεων: προσευχή, ἀνάγνωση, ἀπομόνω- ση, μυστηριακή ζωή κλπ. − εἶναι βέβαια καλό ὅταν τό τρῶμε, ἀλλά συχνά ἡ διάθεσή μας γι ̓ αὐτό χάνεται.

Παρ ̓ ὅλα αὐτά, μόνο ἕνας δρόμος ὑπάρχει πού ὁδηγεῖ στή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας· ὁ ἄλλος, ἀντιθέτως, ὁδηγεῖ πίσω στήν σκλαβιά τῆς ἁμαρτίας.

Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

« Ἐὰν ὁ ὀφθαλμὸς σου... »


Ο Κύριος στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου (στ ́, 22-23) ἀναφέρει: «Ὁ λύχνος τοῦ σώματος ἐστιν ὁ ὁφθαλμός· ἐάν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τό σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· ἐάν δέ ὁ ὁφθαλμός σου πονηρός ᾖ, ὅλον τό σῶμά σου σκοτεινόν ἔσται. Εἰ οὖν τό φῶς τό ἐν σοί σκότος ἐστί, τό σκότος πόσον;».

Μιλῶντας ἔτσι ὁ Κύριος δέν παίρνει τό σῶμα καί τό μάτι κυριολεκτικά, ἀλλά στοχεύει περισσότερο στήν πνευματική ὄραση, δηλαδή αὐτή πού πηγάζει ἀπό τήν καρδιά μας. «Ἐκ γάρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοί πονηροί» (Ματθ. ιε ́, 19). Ἐάν, λοιπόν, ἡ καρδιά μας εἶναι καθαρή, ὅλα θά εἶναι καθαρά γιά μᾶς· ὅπως γράφει ὁ ἀπόστολος “πάντα μέν καθαρά τοῖς καθαροῖς” (Τίτ. α ́, 15). Ὅσο ὅμως, εἴμαστε ὑποδουλωμένοι στά πάθη μας ‒ ὑπερηφάνεια, ζηλοφθονία, ἀξίωση τῆς δικαιοσύνης καί ὅλα τά ὑπόλοιπα ‒ τόσο ἡ ἀντίληψή μας εἶναι διεστραμμένη καί λανθασμένη.

Ὁ Χριστός μας ἀναφέρεται καί σέ κάποιο ἄλλο σημεῖο στόν ὁφθαλμό λέγον- τας: «Ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τήν δοκόν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καί τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τό κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Ματθ. ζ ́, 5). ∆έν ἀρνεῖται ὅτι ὑπάρχει ἕνα καρφί στόν ὀφθαλμό τοῦ ἀδελφοῦ μας, τό ὁποῖο εἶναι ἤδη σοβαρό, ἀλλά μᾶς ἀποκαλεῖ ὑποκριτές μέ τό νά μήν βλέ- πουμε τό καρφί πού βρίσκεται μέσα στό δικό μας μάτι καί τό ὁποῖο μ ̓ αὐτό τόν τρόπο γίνεται δοκάρι.

Στούς Μακαρισμούς ἀναφέρεται: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε ́, 8). Προφανῶς, δέν εἶναι σωματική, ἀλλά πνευματική αὐτή ἡ θέα τοῦ Θεοῦ. Ἐκείνη τή στιγμή δέν θά δοῦμε μόνο τόν Θεό, ἀλλά ἡ θέα μας θά εἶναι ἐπίσης σωστή καί δίκαιη. Πρός στιγμήν δυσκο- λευόμαστε νά πιστέψουμε ἀκόμη στόν Θεό καί ἰδίως νά πιστέψουμε ὅτι μποροῦμε νά Τόν ψηλαφίσουμε πνευματικά, ἐξαιτίας τῆς "μολυσμένης" μας καρδιᾶς.

«Εἶδες τόν ἀδελφό σου, εἶδες τόν Θεό»· δηλαδή ὁ διπλανός σου ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως ἡ ἀπιστία μας δέν μᾶς ἐπιτρέπει παρά νά βλέ- πουμε μόνο τίς ἐξωτερικές ἀτέλειες καί τά ἐλαττώματα τοῦ ἀδελφοῦ μας. Ἐνῶ ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος πάσχει καί ἀνασταίνεται μέσα στόν ἀδελφό μας, εἶναι γιά μᾶς μόνο μία ἀφηρημένη ἔννοια. Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγει στήν πρώτη του Καθολική Ἐπιστολή: “Ὁ γάρ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν ὅν ἑώρακε, τόν Θεόν ὅν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν;” (Α ́ Ἰωάν. δ ́, 20).

Πώς μποροῦμε νά διορθώσουμε τήν πνευματική μας ζωή προκειμένου νά ἐξαγνιστεῖ ἡ καρδιά μας; Ὑπακούωντας στήν Ἐκκλησία καί ταπεινώνονταςτόν ἑαυτό μας ἀσταμάτητα. Ἐάν συνειδητοποιῶ τήν κατάπτωσή μου, δέν μπορῶ νά κρίνω· διότι γνωρίζω ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἡ κρίση μου θά εἶναι ἐσφαλμένη. Ἐάν παίρνω σάν κριτήριο τόν συλλογισμό καί τήν λογική μου καί τοποθετοῦμαι πάνω ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τούς πνευματικούς πατέ- ρας, μπορῶ στήν καλύτερη τῶν περιπτώσεων νά θεωρηθῶ προτεστάντης· μέ τίποτα ὅμως ὀρθόδοξος.

Στήν ὑπακοή δέν ὑπάρχει λογική· ἤ καλύτερα ὑπάρχει ἡ λογική τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποῖα μᾶς ξεπερνᾶ κατά πολύ. Ἄν μόνο ἡ "μωρία" τοῦ Θεοῦ ξεπερνοῦσε τή δική μας σοφία. . . ! «Ὅτι τό μωρόν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί, καί τό ἀσθενές τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί» (Α ́ Κορ. α ́, 25). Θά εἴμαστε εὐτυχισμένοι, λοιπόν, ὅταν φθάσουμε σ ̓ αὐτή τή μωρία τοῦ Θεοῦ καί ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν κοσμική σοφία. Αὐτή ἡ μωρία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ μωρία τοῦ Σταυροῦ, γιά τήν ὁποῖα μιλάει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: “Ἡμεῖς δέ κηρύσσομεν Χριστόν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μέν σκάνδαλον, Ἔλλησι δέ μωρίαν” (Α ́ Κορ. α ́,23)

Γιά νά ἐπανέλθω στό θέμα τοῦ ὀφθαλμοῦ καί νά τελειώσω ‒ ἄν καί τό πραγ- ματεύθηκα πολύ λίγο, παρόλο πού εἶναι ἕνα θέμα κεντρικό τῆς ὑπάρξεώς μας, πού καθορίζει ὅλη μας τή ζωή.

Ποιά εἶναι αὐτή ἡ ἀσθένεια τοῦ πνευματικοῦ μας ὁφθαλμοῦ, ποῦ μᾶς κάνει μονόφθαλμους ἤ καί τυφλούς ἀκόμα; ∆έν εἶναι παρά μιά ἀπουσία, μιά ἔλλειψη, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ σωματικοῦ ὀφθαλμοῦ, ὅταν αὐτό εἶναι ἄρρωστο. Αὐτή ἡ πνευματική τύφλωση μᾶς ἔχει κληρονομηθεῖ ἤδη ἀπό τήν γέννησή μας καί προέρχεται ἀπό τήν πτώση σόν Παράδεισο, ὅταν οἱ προ- πάτορές μας ἐπιζήτησαν τήν ἰσότητα μέ τόν Θεό καί βρέθηκαν τελικά στό ἐπίπεδο τῶν ἄλογων ζώων.

Οἱ προσωπικές μας ἁμαρτίες δέν διευθετοῦν τίποτα· ἀντίθετα μᾶς τυφλώ- νουν περισσότερο. Ἡ μόνη λύση εἶναι ἡ μετάνοια μέσα στήν ὑπακοή καί στήν ταπείνωση, οἱ ὁποίες βρίσκονται μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία· διότι ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία παρόμοιες ἀρετές δέν ἀξίζουν τίποτα, παρά μόνο χλευασμό καί σαρκασμό.

Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός