Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Simeia kai simbola


«Καί ἤκουσαν τῆς φωνῆς τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ τό δειλινόν,

καί ἐκρύβησαν ὅ τε Ἀδάµ καί ἡ γυνή αὐτοῦ ἀπό προσώπου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἐν µέσῳ τοῦ

ξύλου τοῦ παραδείσου» (Γέν. γ΄ 8).

Ἀπό τήν πτώση ἀπό τόν Παράδεισο, τά χαρίσµατα τῆς ψυχῆς µας ἔχουν στρεβλωθεῖ καί ἔτσι

µποροῦµε µόνο ἔµµεσα νά ἐπικοινωνήσουµε µέ τόν Θεόν. Χρειαζόµαστε, λοιπόν, βοηθητικά

µέσα, ὅπως κάποιος πού δέν βλέπει καλά ἤ κάποιος πού ἔχει ἀκρωτηριαστεῖ. Ἔτσι, ἡ

Ἐκκλησία µᾶς διαθέτει ὅλα αὐτά πού µποροῦν νά βοηθήσουν νά ἐπικοινωνήσουµε µέ τόν

Θεόν, ἀναµένοντας βέβαια πώς θά φθάσουµε στήν ἁγιότητα, ἡ ὁποία συνίσταται ἀκριβῶς

στήν ἀποκατάσταση τῶν πνευµατικῶν µας χαρισµάτων. Ἕνας «ναύσταθµος» µᾶς προτείνε-

ται: ἡ Ἁγία Γραφή, οἱ εἰκόνες, τά µυστήρια, ἡ Θεία Λειτουργία κτλ. Ἔτσι µποροῦµε ἔµµεσα

νά συγκατατεθοῦµε µέ αὐτο ποῦ ἡ πνευµατική µας ἀσθένεια µᾶς κρύβει. ∆ιαµέσου αὐτοῦ

πού µᾶς εἶναι οἰκεῖο, ἐκδηλώνεται τό ἄγνωστο. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος ποῦ ὁ Κύριος

µιλοῦσε µέ παραβολές: «Καί ἐλάλησεν αὐτοῖς πολλά ἐν παραβολαῖς» (Ματθ. ιγ΄ 3). «Ταῦτα ἐν

παροιµίαις λελάκηκα ὑµῖν, ἀλλά παρρησίᾳ περί τοῦ Πατρός ἀναγγελῶ ὑµῖν» (Ἰωάν. ιστ΄ 25).

Αὐτή ἡ ὥρα εἶναι ἀκριβῶς ἡ στιγµή ὅπου µποροῦµε ξανά νά περπατήσουµε χωρίς δεκανί-

κια. Περιµένοντας νά ἔρθει αὐτή ἡ ὥρα δέν µᾶς µένει παρά νά ζήσουµε τήν πίστη µας, ὅπως

ἕνας τυφλός µέ τό µπαστούνι του.

Αὐτό µέ κάνει νά σκέφτοµαι αὐτόν τόν τυφλό ἀπό τήν Ἰεριχώ, καθήµενον στήν ἄκρη τοῦ

δρόµου, ὁ ὁποῖος φώναζε δυνατά πρός τόν Ἰησοῦ:«Υἱέ ∆αυΐδ Ἰησοῦ,ἐλέησόν µε!»(Μάρκ.ι΄ 47).

Ἰδού ἡ ἀπαρχή τῆς προσευχῆς πρός τόν Ἰησοῦ, πού ἡ δική µας νωχέλεια µᾶς ἐµποδίζει νά

τήν λέµε ἀσταµάτητα.

Ἕνας ἄλλος παράγοντας µπαίνει, ἐπίσης, στό παιχνίδι, πού ἀφορᾶ τά σηµεῖα καί τά σύµβο-

λα: δέν εἴµαστε καθαρά πνεύµατα - ὅπως οἱ ἄγγελοι - ἀλλά ἔχουµε ἕνα σῶµα καί ἀκριβῶς µέ

αὐτό τό σῶµα (δυστυχῶς ὄντας σαρκικό) πρόκειται νά ὁδεύσουµε πρός τόν Θεόν, διαµέσου

αὐτῆς τῆς «κοιλάδος δακρύων» πού ἀποτελεῖ ἡ ἐπίγεια ζωή µας. Αὐτά τά σηµεῖα καί τά

σύµβολα εἶναι, ἐπίσης, γιά νά τό ποῦµε καί ἔτσι, πινακῖδες πού µᾶς δείχνουν τόν δρόµο πού

πρέπει νά ἀκολουθήσουµε. Ἐφόσον εἴµαστε φτιαγµένοι ἀπό πνεύµα καί σῶµα, πρέπει ὅλο

µας τό εἶναι νά συµµετέχει καί νά ζεῖ αὐτή τή ζωή ἐν Θεῷ: ὅταν προσευχόµαστε, τό σῶµα

κάνει τό σηµείο τοῦ σταυροῦ καί τό πνεῦµα ἀπέχει ἀπό τίς κακές σκέψεις καί τά ἀθέµιτα

συναισθήµατα.

Ἀλλά ἄς ἐπανέλθουµε στά σηµάδια καί τά σύµβολα. Γιατί ἀνάβουµε λαµπάδες καί καῖµε

θυµίαµα; Εἶναι µιά χειρονοµία πού ἐκφράζει τήν ἀγάπη µας πρός τόν Θεόν, ὅπως ὁ σύζυγος

πού φέρνει λουλούδια στήν σύζυγό του καί τῆς προσφέρει χάδια καί τρυφερότητα. Χωρίς

αὐτά, ὅλα γίνονται ἀφηρηµένα καί ἡ ἀγάπη πεθαίνει, εἶτε ἀνάµεσα σέ µᾶς καί τόν Θεόν,

εἶτε ἀνάµεσα στούς συζύγους. Βέβαια, ὁ Θεός δέν ἔχει ἀνάγκη οὔτε τίς λαµπάδες, οὔτε τό

θυµίαµα· εἶναι περισσότερο γιά ἐµᾶς πού δέν µποροῦµε νά ἐκφράσουµε διαφορετικά τήν

πίστη µας καί τήν ἀγάπη µας πρός τόν Θεόν. Οἱ Ἐβραίοι θυσίαζαν τράγους καί ταύρους:

ἕνας στοιχειώδης τρόπος (γιά νά µήν ποῦµε πρωτόγονος) νά πλησιάσουν τον Θεόν.

Ἐµεῖς, περιµένοντας νά ἔρθει ἡ ὥρα πού θά προσευχηθοῦµε «ἐν πνεύµατι καί ἀληθείᾳ»

(Ἰωάν. δ’ 24), ἄς χρησιµοποιήσουµε ὅλα αὐτά τά µέσα πού ἡ Ἐκκλησία θέτει εἰς τήν διάθεσή

µας.

Ἀρχιµανδρίτης Κασσιανός


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου