Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

Η ΑΡΓΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Μιά πληγή - καί ὄχι ἡ μικρότερη - εἶναι ἡ ἀργολογία στήν ἐκκλησία, ὥρα προσευχῆς. 
Ὁλόκληρη σειρά ἁμαρτιῶν ἀκολουθεῖ αὐτό τό μισητό ἐλάττωμα: 
1ον: Ἀργολογῶ, καί αὐτό εἶναι ἁμαρτία καί ρίζα τόσων ἄλλων ἁμαρτιῶν. Καί ὄχι ἁπλῶς ἀργολογῶ, ἀλλά τό κάνω μέσα στήν ἐκκλησία πού εἶναι ἱερός τόπος. Πόσο βαριά ἁμαρτία εἶναι τό νά καταφρονεῖ κανείς αὐτόν τόν ἱερόν τόπον, μᾶς τό δείχνει ἡ ἱστορία τοῦ Ἡλί στή Παλαιά Διαθήκη (Α'Βασ. 2:12-6).
2ον: Ἀντί νά κάνω προσευχή καί νά ἀκούω τήν ἀκολουθία, διασκορπίζομαι. Ἀν πρέπει νά ἐξομολογοῦμαι ὅλους τούς ρεμβασμούς, πόσο μᾶλλον αὐτήν τήν ἀργολογία.
3 ον: Παρασύρω τόν ἄλλον, μέ τόν ὁποῖο μιλάω, στήν ἴδια ἁμαρτία.
4 ον: Ἐνοχλῶ καί σκανδαλίζω τούς ἄλλους πού προσεύχονται. "Ουαί τῶ ἀνθρώπω ἐκείνω δι'οὖ τό σκάνδαλον ἔρχεται", λέει τό Εὐαγγέλιο (Ματθ. 18:7).
5 ον: Διαταράσσω τήν ἴδια τήν ἀκολουθία, πού εἶναι ἔργον ἱερόν.
6ον: Δίνω κακό παράδειγμα καί θρέφω αὐτό τό ὀλέθριο ἐλάττωμα μεταξύ τῶν πιστῶν.
7ον: Δέν ἔχω πίστη οὔτε εὐλάβεια, καί αὐτό μέ ἐμποδίζει νά θεωρῶ τό μυστήριο πού τελεῖται μπροστά στά μάτια μου. Μόνο βλέπω τοίχους καί ἀκούω ψαλμωδίες πού μέ πλήττουν· καί ἐφ' ὅσον πλήττω, ψάχνω μιά παρηγοριά μέ τήν ἀργολογία.
8ον: Τό βαρύτερο, λυπίζω τόν Ἄγγελό μου καί τόν Κύριό μου, ὁ Ὁποῖος μέ ἀνέχεται καί βλέπει ὅτι ὄχι μόνο δέν ἐνδιαφέρομαι γι' Αὐτόν, ἀλλά κάνω καί τό θέλημα τοῦ διαβόλου.
Αὐτό τό ἐλάττωμα ἔχει σίγουρα καί ἄλλες μορφές πού ξεχνάω.

Ξέρω ὅτι πάντα βρίσκουμε κάποια πρόφαση ἤ δικαιολογία, λέγοντας ὅτι δέν θέλουμε νά λυπίζουμε αὐτόν που μᾶς μιλάει. Εἶναι λοιπόν καλύτερα νά λυπίζω τόν Θεόν, νά σκανδαλίζω καί νά ἐνοχλῶ τούς ἄλλους παρά νά λυπίζω ἕναν πολύλογο ! Ἄν τόν βάζω δύο-τρεῖς φορές στήν θέση του καί τοῦ δίνω νά καταλάβει νά μοῦ πεῖ τί θέλει μετά τήν ἀκολουθία, θά τόν βοηθήσω καί αὐτόν καί θά με ἀφήσει ἥσυχο.
Ἐπίσης, γιατί νά κάθομαι δίπλα σέ κάποιον που ἀργολογεῖ, καί ὄχι δίπλα σέ κάποιον εὐλαβή που συγκεντρώνεται στήν προσευχή; δέν θά καθόμουνα δίπλα σέ κάποιον που μυρίζει ἄσχημα· αὐτό μέ ἐνοχλεῖ, ἐνῶ ἡ ἀργολογία δέν μέ ἐνοχλεῖ!
Οἱ συζητήσεις καί οἱ δουλειές πού γίνονται καί μετά τήν ἀκολουθία μποροῦν εὔκολα νά κανονίζονται πρίν ἤ μετά τήν προσευχή, καί δέν ἀξίζει νά μέ κάνουν νά πέφτω σέ ὅλες τίς ἁμαρτίες πού ἀνάφερα πιό πάνω.
Δέν ὑπάρχει τίποτα πιό σημαντικό ἀπό τήν προσευχή στήν ζωή τοῦ χριστιανοῦ. Εἶναι θλιβερό ὅταν προτιμοῦνται οἱ ὑλικές ἀπασχολήσεις. Εἶναι πολύ λυπηρό ἄν δίνουμε πρωτεραιότητα σ'αὐτό πού εἶναι δευτερεύων καί ὄχι σ'αὐτό πού εἶναι οὐσιώδες.
Αὐτή ἡ ἀργολογία στήν ἐκκλησία ἐκφράζει τελικά πάθη πολύ πιό βαθιά πού βρίσκονται μέσα μου: ἀπιστία, ἀνευλάβεια, ἐγωϊσμό, ἀκηδεία, ἀδιαφορία, κλπ... Ἄν δέν θέλω νά κόψω αὐτό τό μισητό ἐλάττωμα, δέν θά καταφέρω ποτέ νά ἀπαλλαχθῶ ἀπό τήν ρίζα, ἤ μᾶλλον ὁ Κύριος δέν θά μέ θεραπεύσει ἀπό αὐτήν. Γιατί τό νά μή μιλάω στήν ἐκκλησία εἶναι στό χέρι μου, ἀλλά τό νά καθαρισθῶ ἀπό τά πάθη εἶναι τοῦ Θεοῦ, καί ὁ Θεός θά τό κάνει ὅταν ἐγώ κάνω ὅ, τι ἐξαρτᾶται ἀπό μένα. 


Ἱερομόναχος Κασσιανός

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ



Διαβάζοντας τήν παραβολή τοῦ Ἁσώτου Υἱοῦ καί τήν παραβολή τοῦ ἀπολωλότος προβάτου παρατηροῦμε κάποια ἀντίφασι. Ὁ πατήρ τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ μένει στό σπίτι περιμένοντας τόν υἱόν νά ἐπιστρέψει, ἐνῶ γιά τό ἀπολωλός πρόβατον βλέπουμε τόν Τσοπάνο νά πηγαίνει πρός ἀναζήτησι τοῦ προβάτου.
Οἱ παραβολές δείχνουν τήν ἀλήθεια μέ τρόπο λίγο ὡς πολύ τέλειο ἀλλά ἀπό  μία πλευρά μόνο.Στή πρώτη παραβολή (τοῦ  Ἀσώτου) ὑπογραμίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου νά πάρη τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας καί στήν δεύτερη ( τοῦ ἀπολωλότος προβάτου  βλέπουμε τήν ἄκρα φροντίδα τοῦ Θεοῦ πρός ἐμᾶς πού πάει μέχρι τά πιό βαθειά σπήλαια τῶν ἁμαρτιῶν μας προκειμένου νά μᾶς σώσει.
Ἄρα οἱ δυό παραβολές συμπληρώνονται χωρίς νά ἀντιφάσκουν. Ἀλλά ἄς πᾶμε ἀκόμη πιό μακρυά. Ὁ πατέρας τοῦ ἀσώτου ύἱοῦ  δέν τόν ἀκολουθοῦσε γιά νά τόν συγκρατήση μέ βία ἀλλά περίμενε ὑπομονετικά τήν ἐπιστροφή του. Μποροῦμε νά φανταστοῦμε ὅτι παρατηροῦσε κάθε ἡμέρα κατά μῆκος τοῦ δρόμου μέ τήν ἐλπίδα νά ἰδῆ τόν υἱόν του νά ἐπιστρέφη.Μόλις ἴδε τελικά ὁ πατέρας τήν μετάνοια τοῦ υἱοῦ «ἔτρεξε καί ἔπεσε στό λαιμό του». Αὐτή ἡ συμπεριφορά  δείχνει τήν ἐλευθερία τοῦ υἱοῦ-πού δέν ἦταν δοῦλος –καί ἐπίσης τήν διάκρισι τοῦ πατέρα πού ἄφησε τόν υἱόν του νά πάρη αὐτήν τήν ἄσχημη ἐμπειρία ὥστε νά τόν κάνη σοφό.
Εἰς τό ἀπολωλός πρόβατον ἡ ἔννοια εἶναι διαφορετική: 
ἕνα πρόβατο εἶναι ἀμαθές καί ψάχνει εὔκολα τό χόρτο πού τοῦ ἀρέσει. Δέν γνωρίζει τόν κίνδυνο τοῦ γκρεμοῦ καί τῶν ἀγρίων θηρίων καί ἀπομακρύνεται ἀπό τήν προστασία τοῦ κοπαδιοῦ.Ἡ ἀμάθειά μας σημαδεύεται μέ αὐτήν τήν παραβολή. Ἡ ἁμαρτία μᾶς φαίνεται γλυκειά, ἐλαχιστοποιοῦμε τίς συνέπειες καί κλίνουμε εὔκολα τά μάτια μας τή στιγμή πού βγαίνουμε  ἀπό τόν δρόμο μας. Μόνον κατόπιν ἀνοίγουν τά μάτις  ὅπως στούς πρωτοπλάστους: « 
«Ὁ βοσκός ψάχνει τό ἀποπλανημένο πρόβατο καί τό ἐπαναφέρει ἐπάνω στούς ὤμους τους διότι δέν εἶχε τήν δύναμι νά ἐπιστρέψη. Τό πρόβατο, ζῶο στερημένο ἀπό λογική εἶναι εἰκόνα τοῦ ἀσύνετου ἀνθρώπου πού γίνεται θῦμα τῶν πανουργιῶν τοῦ ἐχθροῦ, ἀποπλανιέται ὅπως ἕνα πρόβατο» λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος.
«Ὅταν ὁ βοσκός βρεῖ τό πρόβατό του δέν τό μαλώνει καθόλου, δέν τό γυρνᾶ στή μάνδρα μέ βία, ἀλλά τό φορτώνεται στούς ὤμους  του καί τό φέρει μέ τρυφερότητα γιά νά τό συνάψη πάλι στό κοπάδι: Καί ὅταν τό βρῆ, τό βάζει μέ χαρά στούς  ὤμους του» λέγει ὁ Ἁγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης. Ἄρα οὔτε ὁ πατέρας τοῦ  ἀσώτου υἱοῦ, οὔτε ὁ καλός ποιμήν δέν καταναγκάζουν τό ἀποπλανεμένο, καί οἱ δύο τό ὑποδέχονται χωρίς ἐπιφύλαξι.
Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς μᾶς ἀναφέρει διαδοχικά τήν παραβολή τοῦ ἀπολωλότος προβάτου, ἐν συνεχεία αὐτή τῆς ἀπολεσθείσης δραχμῆς καί τρίτη στήν σειρά τοῦ ἀσώτου υἱοῦ. Ἐάν κάθε παραβολή εἶχε ἀκριβῶς τήν ἴδια ἔννοια, γιατί νά μή ἀρκεσθῆ σέ μία μόνο παραβολή; Ἀλλά ἀκριβῶς (διότι) κάθε παραβολή ὑπογραμμίζει θέματα διαφορετικά καί συμπληρωματικά.
Σέ κάθε παραβολή, ὁ Χριστός  καθορίζει τόν ἀριθμό:Ἑκατό πρόβατα, δέκα δραχμές  καί δύο υἱοί(γιοί).
Ὑπάρχουν παραπλανημένοι καί χαμένοικαί ἄλλοι πού δέν εἶναι. Ἡ χαρά ὅμως ἦταν κάθε φορά γιά τήν πρώτη κατηγορία-πρᾶγμα πού πρέπει νά δίνει μεγάλη ἐλπίδα στόν ἁμαρτωλό, δεδομένου ὅτι αὐτός μετανοεῖ.
Στήν τρίτη παραβολή, ὁ Κύριος ζητᾶ νά χαρῆ μαζί του; Δέν θέλει νά χαρῆ μόνος Του πού βρῆκε αὐτό πού εἶχε χαθῆ ἀλλά προσκαλεῖ καί ἄλλους γιά νά χαροῦν μαζί Του.
Γιά νά συγκεφαλαιώσωμε. Δέν ὑπάρχει λοιπόν ἀντίφασις στίς παραβολές τοῦ Σωτῆρος ἀλλά συμπληρωματικότητα, διότι κάθε παραβολή δέν ἐπηρεάζει παρά συγκεκριμένα θέματα καί ἕνα μέρος μόνον τῆς ἀληθείας.

Ἀρχιμ. Κασσιανός

Διά τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν

«Διά τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν...» ( Ματθ. 18,23-35)

«Ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν ὡμοιώθη». Ὡμοιώθη δέν πάει νά πῆ ὅτι εἶναι ἴδια, διότι ὑπάρχουν πάντοτε διαφορές μεταξύ τῆς παραβολῆς καί τῆς ἀληθείας πού στοχεύει, δηλαδή τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. 
Ὁ Κύριος χρησιμοποιεῖ συχνά παραβολές «ὥστε νά χαράξη εὐκολώτερον στό πνεῦμα τῶν ἀκροατῶν, μέ τήν βοήθεια τῶν συγκρίσεων καί τῶν παραδειγμάτων, τό δίδαγμα πού δέν θά μποροῦσαν νά συγκρατήσουν, ἐάν παρουσιάζετο στήν ἁπλότητά του»( Ἁγ. Ἱερώνυμος).
Αὐτός ὁ Βασιλεύς τῆς παραβολῆς εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Βασιλέως τῶν Βασιλευόντων. Οἱ ἐπίγειες Βασιλεῖες δέν εἶναι παρά ἀμυδρά ἀντανάκλασι τῆς Βασιλείας πού «ὑποσχέθηκε σ’ αὐτούς πού Τόν ἀγαποῦν»(Ἰακώβ. 2,5).
Αὐτός ὁ Βασιλεύς ἤθελε  «νά τακτοποιήση τούς λογαριασμούς του μέ τούς ὑπηρέτας του». Αὐτοί οἱ ὑπηρέτες δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό ἐμᾶς τούς πτωχούς ἁμαρτωλούς πού ὑστεροῦμε συνεχῶς στά καθήκοντά μας, καί πού σπαταλοῦμε τά χαρίσματά μας, πού μᾶς παραχωρήθηκαν, ὥστε νά τά καρποφορήσουμε, ὅπως μία ἄλλη παραβολή δηλώνει σαφῶς. Εἴμαστε ἐλεύθεροι σ’αὐτήν τήν ζωή, νά κρίνουμε καί τήν ψυχή μας, τήν φύσι μας  ἀλλά αὐτό δέν θά εἶναι χωρίς συνέπειες, ἐάν παραβαίνουμε τόν νόμον πού μᾶς ἔδωσε γιά τό καλό μας.
Ἕνα ἀπ’αὐτά τά δῶρα εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία καί ἀγάπη τοῦ πλησίον πού στοχεύονται σ’ αὐτήν τήν παραβολή. Ἐάν δέν χρησιμοποιοῦμε αὐτά τά δῶρα,(χάρες) ἀλλά καί ἔχουμε περιφρόνησι, σκληρότητα καί ἀδιαφορία ἀπέναντι στόν πλησίον, ἡ τιμή θά εἶναι πολύ ἀκριβή διότι ὁ Κύριος θά μᾶς συμπεριφερθῆ ὅμοια σ’αὐτή τήν ζωή καί στήν ἄλλη αἰωνίως.
Νά προσβάλλης (ὑβρίζης) ἕνα βασιλιᾶ εἶναι χίλιες φορές πιό σοβαρό ἀπό τό νά προσβάλλεις ἕνα σύντροφο, ἕνα σύνδουλο, δηλαδή τόν πλησίον μας, γι’αὐτό ἡ διαφορά τοῦ ποσοῦ στήν παραβολή, δέκα χιλιάδες τάλαντα καί ἑκατό δηνάρια μέ ἄλλα λόγια  οἱ ἁμαρτίες πού διαπράττουμε ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ, καί τό λάθος πού ὁ πλησίον μας μᾶς κάνει εἶναι χωρίς σύγκρισι. 
Ἡ παραβολή εἶναι χαραγμένη γύρω ἀπό τήν συγνώμη. Μᾶς ζητήθηκε νά συγχωροῦμε ὄχι μόνο μέ τά χείλη ἀλλά «ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς».
«Προσέξατε τήν ὑπερβολή τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ! Ὁ δοῦλος ζητᾶ μια ἁπλή προθεσμία (παράτασι). Ὁ Κύριος Του τοῦ τήν παρέχει πολύ περισσότερο ἀπ’ὅτι ζητᾶ! Τοῦ συγχωρεῖ τελείως καί ἀπολύτως ὅλα ὅσα τοῦ χρεωστοῦσε» (Ἅγ.Ἰω.Χρυς.Ὁμιλ.61) 
«Ἔσεστε εὔσπλαγχνο καθώς ὁ πατήρ ἡμῶν εὔσπλαγχνος ἐστί» λέγει ὁ Εὐαγγελιστής. (Λουκ.6,36).
Θά ἔχουμε ποτέ τήν δυνατότητα νά ἀποδώσουμε ὅσα ὁ  Θεός μᾶς ἔχει δώσει; Πολύ περισσότερον ἀκόμη αὐτός ὁ ἀχάριστος δοῦλος; Ἐάν ὅμως  συγχωροῦμε «τίς προσβολές τῶν ἀνθρώπων, ὁ πατήρ ὑμῶν ὁ ἐπουράνιος  θά μᾶς συγχωρέσει ἐπίσης»(Ματθ. 6,14). Λοιπόν τίποτε πιό εὔκολο νά τακτοποιήσουμε τά χρέη μας: Ἄς συγχωρήσουμε καί θά συγχωρεθοῦμε.
Αὐτό εἶναι τό κεντρικό μήνυμα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς.
Ζητοῦμε λογαριασμό ἀκριβῆ ἀπό τόν πλησίον. Καί ἡ εὐσπλαγχνία, ἡ ἐπιείκεια καί ἡ γεναιοδωρία, ποῦ εἶναι;
Ἀπό τήν πλευρά μας, θέλουμε πάντα ὁ Θεός καί ὁ πλησίον νά μᾶς συγχωροῦν.
 Ὑπάρχουν χίλιες περιπτώσεις ἐλαφρυντικές νά ἐπικαλεσθοῦμε. Κούρασι,  παρεξήγησι, λύπη, πόνο κ.λ.π. 
Τί νά ποῦμε περισσότερο γι’ αὐτήν τήν παραβολή πού τό μήνυμα εἶναι τόσο ἁπλό καί χωρίς ἀμφιβολία;
Ἡ ἐλευθερία μας εἶναι χωρίς ἐμπόδιο γιά νά συγχωρέσουμε ἀληθινά. 
 Ἀρχ. Κασσιανός


Η ΑΙΤΙΑ

Ὅταν βλέπουμε τήν πορεία τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία πηγαίνει πρός τήν καταστροφή, δέν μποροῦμε παρά νά εἴμαστε καί μόνο ἀπαισιόδοξοι. Χωρίς νά θέλουμε νά ἀναλύσουμε τώρα τά συμπτώματα: οἰκονομική κρίσι, ἠθικός ξεπεσμός κλπ... - δέν θά τά τελειώναμε ποτέ - θά ἤθελα νά μιλήσω γιά τό ποιά εἶναι ἡ πραγματική αἰτία. 
Ποῦ εἶναι σήμερα τό ἁλάτι τῆς γῆς, τό ὁποῖο δέν ὑπάρχει μόνον γιά νά καρυκεύει, ἀλλά καί νά διατηρεῖ; Ποῦ εἶναι τό προζύμι πού κάνει τό ζυμάρι νά φουσκώνει; Ποῦ εἶναι οἱ δέκα δίκαιοι ἱκανοί νά μεταστρέψουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; (Γεν. 18,22-33). Ποῦ εἶναι αὐτή ἡ φωτιά πού ὁ Κύριος ἔβαλε στή γῆ; (Λουκ.12,49).
Λέγεται γιά τόν Ἀββᾶ Σισώη ὅτι εἶχε φτάσει σέ μέτρα ὥστε μπορεῖ νά σώση ὅλη τήν δική του γενιά. Μιά μέρα ἕνας ἀδελφός τοῦ εἶπε: «Ἀββᾶ, κάθε μέρα κάνω τόν κανόνα μου, κάνω καί αὐτό καί ἐκεῖνο, τί μοῦ λείπει ἀκόμη;»  Ὁ Ἀββᾶ Σισώης ὕψωσε τά χέρια του πρός τόν οὐρανόν τά ὁποῖα ἔγιναν σάν φωτιά καί τοῦ ἀπήντησε: «Ἐάν θέλης νά γίνης ἔτσι...» καί ὁ ἀδελφός κατάλαβε τό μάθημα. 
Ἀρκούμαστε στά ἐξωτερικά μας καθήκοντα: παπαγαλίζουμε τίς πρωϊνές καί βραδυνές ἀκολουθίες. Προσέχομε νά μή τρῶμε ὅ,τιδήποτε στίς ἡμέρες νηστείας κλπ... Καί ἰδού εἴμαστε καλοί Χριστιανοί, τουλάχιστον φθάνουμε νά καθησυχάσουμε τήν συνείδησί μας.
Τήν περασμένη Κυριακή διαβάσαμε τό Εὐαγγέλιο τοῦ νέου πλουσίου. Συμπεριφερόταν μέ τόν ἴδιο τρόπο, μόνον μέ τήν τήρησι τοῦ νόμου, καί ἐκεῖ ἐσταματοῦσε. Ὅταν ὁ Χριστός τοῦ εἶπε νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τά πλούτη του, ὁ νέος ἔφυγε πολύ λυπημένος, γιατί ἦταν πολύ δεμένος μέ τά ἀγαθά του. Τά  πλούτη μας δέν εἶναι ὁπωσδήποτε τά ὑλικά ἀγαθά ἀλλά καί τά πάθη μας: ἡ ὑπερηφάνειά μας ἡ ὁποία μᾶς κάνει νά πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε τό κέντρον τοῦ κόσμου ἤ Μίς Ὁρθοδοξία, ὁ ἐγωκεντρισμός μας πού μᾶς κάνει νά στρεφώμαστε γύρω ἀπό τόν ὀμφαλόν μας καί χίλια ἄλλα.
Φοβᾶμαι ὅτι ἐνεργοῦμε σάν τόν  Ἰωνᾶ ὁ ὁποῖος ἔψαχνε νά φύγη μακρυά ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀποφύγη τήν ἀποστολή του. Πιστεύω ὅτι ἡ μοῖρα θά πέση ἐπάνω μας καί ὅτι ἡ θύελλα θά ἡσυχάσει μόνον ὅταν οἱ ἔνοχοι θά πεταχθοῦν στή θάλασσα. Οἱ δυστυχισμένοι ναῦτες τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰωνᾶ, δέν ἦσαν βεβαίως ἅγιοι, ἀλλά ὁ Ἰωνᾶς ἦταν ὁ μεγάλος ὑπεύθυνος. «Παντί δέ ὧ ἐδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ’ αὐτοῦ, καί ὧ παρέθεντο πολύ, περισσότερο αἰτήσουσιν αὐτόν.»  (Λουκ. 12, 48.) 
Μή κατακρίνουμε λοιπόν τούς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦν τόν Θεόν ἀλλά νά σκεπτώμεθα ὅλα ὅσα ἔχουμε λάβει ἀπό τήν ἡμέρα τοῦ Βαπτίσματος. Μή ξεφεύγουμε ἀπό τήν ἀποστολή μας, ἡ ὁποία εἶναι νά Θυσιαστοῦμε καί νά Ἁγιασθοῦμε γιά τήν Ἐκκλησία καί τόν Κόσμο.
Τοῦτο σημαίνει ὅτι δέν εἶναι νά κάνουμε μιά προσευχή ἤ μερικές μετάνοιες παραπάνω ἀλλά νά πραγματοποιήσουμε μιά πλήρη μεταστροφή τῆς συμπεριφορᾶς μας. Οἱ  ἁπλές μας παραδόσεις καί τά καθήκοντά μας πρέπει νά πάρουν φωτιά, αὐτήν τήν φωτιά πού ὁ Κύριος ἦλθε νά βάλη στήν γῆ, μέ μιά ἄλλη λέξι, τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Μή ἀρκούμαστε στήν Ταυτότητα τοῦ Χριστιανοῦ μέ τόν ὑπότιτλον «Ὀρθόδοξος», ἀλλά νά ζοῦμε σέ βάθος τήν δέσμευσί μας ἐμπρός στόν Κύριο.
Παρά τήν ἀποστασία τοῦ κόσμου τούτου καί τήν δειλία μας, πιστεύω ὅτι ὁ Κύριος φυλάσσει, ὅπως τήν ἐποχή τοῦ προφ. Ἠλία «ἑπτά χιλιάδες ἀνθρώπους πού δέν λύγισαν ἐμπρός στόν Βαάλ καί δέν τόν προσκύνησαν» (Α΄Βασιλ. 19,18). Χάριν αὐτῶν τῶν ὀλίγων δικαίων ἡ γῆ διασώζεται ἀκόμη· κρυμμένοι δίκαιοι, πού δέν κάνουν ἐντυπωσιακά κατορθώματα ἀλλά πού διακρίνονται γιά τήν ταπείνωσίν τους καί τήν ἀφάνειά τους.


Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Η ΙΔΑΝΙΚΉ ΗΓΟΥΜΈΝΗ


Ὅταν ὁ Φωκάς εἶχε ἀνέβει στήν αὐτοκρατορία (602-610), πολύ αἷμα χύθηκε. Ἕνας ἅγιος μοναχός ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, γογγύζοντας γιά αὐτές τίς ὠμότητες, παραπονέθηκε στό Θεό, μέ τήν παρρησία πού εἶχε ἐξαιτίας τῆς ἁπλότητος του: « Κύριε, εἶπε, γιατί ἔδωσες τέτοιο βασιλιά στό λαό Σου; » Ἄκουσε μιά φωνή πού τοῦ εἶπε: « Γιατί δέν μπόρεσα νά βρῶ χειρότερο ».!
Αὐτό τό διήγημα μᾶς δείχνει ὅτι οἱ βλέψεις τοῦ Θεοῦ δέν συνδυάζονται πάντα μέ τίς δικές μας βλέψεις. Ὁ Θεός θέλει μόνο τήν σωτηρία μας ἐνῶ ἐμείς κοιτάζουμε ὡς ἐπί τό πλεῖστον μόνο τό βόλεμά μας καί νά κάνουμε τό δικό μας θέλημα. !
Δέν κάνουμε ὑπαινιγμό στήν ἡγουμένη μας, ἡ ὁποία εἶναι ὑπεράνω πάσης ὑποψίας. Ἁπλῶς νά ξέρουμε ὅτι ἔχουμε τόν προϊστάμενο που ἀξίζουν οἱ ἁμαρτίες μας.!
Σ’αὐτόν πού ἔχει καθαρισθεῖ ἀπό τά πάθη του, ὁ κάθε ἡγούμενος τοῦ ταιριάζει. Ἁντίθετα, ὅποιος κυριεύεται ἀπό τά πάθη δέν μπορεί νά ὑποταχτεῖ σέ κανένα ἡγούμενο. Πάντα ἔχει κάτι νά κρίνει καί μοιάζει μέ τόν μοναχό πού βλέπουμε στήν ἐξῆς ἱστορία:!
Ἕνας ἀδελφός εἶπε σ’ ἕνα μεγάλο γέροντα: « Ἀββᾶ, θά ἤθελα νά βρῶ ἕνα γέροντα πού μέ βολεύει καί νά πεθάνω μαζί του». Ὁ ἀββᾶς τοῦ λέει: «Πώ πώ ! Αὐτή εἶναι μιά καλή ἀναζήτηση, κύριε ! » Ἀλλά ὁ μοναχός νομίζει ὅτι καλά μίλησε καί δέν ἔδωσε προσοχή στήν ἀπάντηση τοῦ Γέροντα. Βλέποντας ὁ Γέροντας ὅτι ὁ ὑποτακτικός δέν καταλαβαίνει ὅτι τόν κοροϊδεύει, τοῦ λέει: « Λοιπόν, ἐάν βρεῖς ἕνα γέροντα σύμφωνα μέ τό θέλημά σου, θέλεις νά μείνεις μαζί του; » «Ναί, ἀπαντάει ὁ ὑποτακτικός, ἀκριβῶς αὐτό θέλω. » Ὁ γέροντας τοῦ λέει: « Μήπως δέν εἶναι γιά νά ἀκολουθεῖς τό θέλημα τοῦ γέροντα ἀλλά νά ἀκολουθεῖ αὐτός τό δικό σου, καί νά ἔχεις τήν ἡσυχία σου; » Τότε ὁ ἀδελφός κατάλαβε τί εἶπε καί γονάτισε κάτω λέγοντας: « Συγχώρεσέ με, πίστευα ὅτι ἔλεγα κάτι καλό ἐνῶ δέν εἶναι ἔτσι.»I
Στό πρόσωπο τῆς ἡγουμένης, πρέπει νά βλέπουμε τόν Χριστόν ὁ Ὁποῖος ποιεῖ καί ὁμιλεῖ διά μέσου αὐτῆς. Εἶναι ὅπως ἡ εἰκόνα, στήν ὁποία εἶναι παρών ὁ Χριστός. Ἐάν ἡ εἰκόνα εἶναι χαλασμένη καί μαυρισμένη ἀπό τήν πολυκαιρία, δέν ἔχει σημασία! Ἡ θεία Χάρις πάντα κοινωνεῖται διά μέσου αὐτῆς τῆς εἰκόνος, γιά ὅποιον προσεύχεται μέ πίστη μπροστά της.!

Μποροῦμε νά ποῦμε τό ἴδιο γιά τό Εὐαγγέλιο. Ἐάν ἕνα εὐαγγέλιο ἔχει σχισμένες καί λερωμένες σελίδες, ἤ ἀκόμα καί τυπογραφικά λάθη, δέν παύει νά εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ.!
Ἄλλο παράδειγμα : τό νά προσεύχεται κανείς μέ μεταχειρισμένο καί βρώμικο κομποσχοίνι ἤ μέ καινούργιο, δέν ἀλλάζει τίποτα στήν ἀξία τῆς προσευχῆς.!
Ἕνα τελευταῖο παράδειγμα: ἐάν ὁ ἱερέας φοράει μπαλωμένα ἄμφια, ἐάν εἶναι λίγο βαρύκοος ἤ προφέρει ἀδέξια τίς εὐχές, ποιά σημασία ἔχει;!
Ὅποια βλέπει μόνο αὐτές τίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καί ἀτέλειες στό πρόσωπο τῆς ἡγουμένης, τοῦ ἱερέως, στίς εἰκόνες κλπ... δέν θά προοδεύσει ποτέ στή πνευματική ζωή καί θά μείνει μοναχή μόνο μέ τό ράσσο.!
Μετά ἀπό αὐτές τίς ἐπιπλήξεις, ἄλλη μία ἱστορία, παρηγοριτική γιά μᾶς πού εἴμαστε τόσο εὐαίσθητοι καί εὔθικτοι:!
Ρώτησα ἕνα γέροντα: Πάτερ, ἐάν βρεθεῖ λίγο ἀπό τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα σ’ ἕναν ἄνθρωπο, δέν θά σωθεῖ ἐκείνες τίς ἡμέρες; Μοῦ ἀπάντησε: «Ναί. Δέν ἄκουσες τί εἶπε ὁ Προφἠτης: «Οὔτως λέγει Κύριος· ὅν τρόπον εὑρεθήσεται ὁ ρώξ ἐν τῷ βότρυϊ καί ἐροῦσι· μή λυμήνῃ αὐτόν, ὅτι εὐλογία ἐστίν ἐν αὐτῷ, οὔτως ποιήσω ἕνεκεν τοῦ δουλεύοντός μοι, τούτου ἕνεκεν οὐ μή ἀπολέσω πάντας. » («Οὕτω λέγει ὁ Κύριος· «καθώς ὅταν εὑρίσκηται γλεῦκος εἰς τήν σταφύλην καί λέγουν ‘μή καταστρέφῃς, διότι εἶναι εὐλογία εἰς αὐτήν’, οὕτῳ θά κάμω πρός χάριν τοῦ δούλου μου, διά νά μή ἐξολοθρεύσω τό σύνολον»). (Ἠσαϊα 65, 8).I
«Ἐκείνες οἱ ἡμέρες» εἶναι αὐτές τῆς πνευματικῆς ἐλλείψεως πού ζοῦμε σήμερα. !
!
Ἄρχιμ. Κασσιανός. 

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

« Ἕνας Θεός πού προπορεύεται ἡμῶν »


Kaθῶς οἱ Ἰσραηλίτες ἔβλεπαν ὅτι ὁ Μωϋσής καθυστεροῦσε νά κατέβει ἀπό τό Ὄρος, ζήτησαν ἀπό τόν Ἀαρών: «ἀνάστηθι καί ποίησον ἡμῖν θεούς, οἱ προπορεύσονται ἡμῶν· ὁ γάρ Μωϋσής οὗτος ὁ ἄνθρωπος, ὅς ἐξήγαγεν ἡμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, οὐκ οἴδαμεν τί γέγονεν αὐτῷ» (Ἐξ. λβ́ 1). Ὁ Ἀαρών τούς ἔφτιαξε, λοιπόν, ἕναν «μόσχο χωνευτό» (Ἐξ. λβ́ 4), ἕνα εἴδωλο, σάν τούς θεούς τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ ἄναψε ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ "σκληροτρά- χηλου" λαοῦ, ὄχι ἐξαιτίας τοῦ αἰτήματός τους νά ἔχουν ἕναν ὁρατό Θεό ἁπτό καί καταληπτό, ἀλλά ἐξαιτίας τοῦ εἰδώλου που κατασκεύασαν.
Metά ἀπό αἰώνες, ὁ Κύριος ὁ Θεός μας πραγματοποίησε ἐπιτέλους αὐτό τό αἴτημα μέ τήν Ἐνσάρκωσή Του καί χαμη- λώνοντας στό δικό μας ἐπίπεδο, προκει- μένου νά μᾶς ὑψώσει στό ἐπίπεδο τοῦ Θεοῦ. Ἔγινε ἕνας Θεός πού προπορεύεται. «Ὅ ἦν ἀπ̉ ἀρχῆς, ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ λόγου τῆς ζωῆς», λέγει ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης στήν πρώτη του ἐπιστολή (Ά Ἰωάν. 1,1).
Ὁ Σωτῆρας μας ἀνέλαβε ὅλες τίς ἀδυναμίες μας καί φορτώθηκε τίς ἁμαρτίες μας. Ὅταν ἀρρωσταίνουμε, ξέρουμε νά συμπάσχουμε μέ τούς ὑπολοίπους ἀρρώστους, ἐνώ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ποτέ δέν ἔχει ἀσθενήσει, γνωρίζει ἀφηρημένα τήν ἀσθένεια. Ὁ Θεός μας, λοιπόν, δέν εἶναι μόνο ἕνας Θεός πού προπορεύεται, ἀλλά εἶναι καί ἐλεήμων, καθώς μέ τήν ἐνσάρκωσή Του, δοκίμασε ὅλους τούς ἀνθρώπινους πόνους. «Ἐπιστρέψατε καί ἴδετε εἰ ἐστίν ἄλγος κατά τό ἄλγος μου, ὅ ἐγεννήθη» (Θρήνοι Ἰερεμίου ά 12).
«Ὁ στεγάζων ἐν ὕδασι τά ὑπερώα αὐτοῦ, ὁ τιθείς νέφη τήν επίβασιν αὐτοῦ, ὁ περιπατῶν ἐπί πτερύγων ἀνέμων» (Ψαλμοί 104, 3), εἶναι μερικές ἀπό τίς εἰκόνες πού ἐκφράζουν τήν ∆όξα καί τήν Λαμπρότητα τοῦ Ὑψίστου, κατά τήν Ταπείνωσή Του «κεκοπιακώς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπί τῇ πηγῇ» (Ἰωάν. δ́ 6).
Τί παραπάνω θά μποροῦσε νά κάνει ὁ Χριστός γιά ἐμᾶς; Πώς θά μποροῦσε νά ἐκφράσει καί νά δείξει περισσότερο τήν ἀπέραντη Ἀγάπη Του γιά τό πλάσμα Του; «Τίς Θεός ὥσπερ σύ; ἐξαίρων ἀνομίας καί ὑπερβαίνων ἀσεβείας τοῖς καταλοίποις τῆς κληρονομίας αὐτοῦ καί οὐ συνέσχεν εἰς μαρτύριον ὀργήν αὐτοῦ, ὅτι θελητής ἐλέους ἐστίν (Μιχ. ζ́ 18).
Ἀκόμα καί ἄν ὁ Χριστός δέν εἶναι πιά ὁρατά ἐνσαρκωμένος ἀνάμεσά μας, Τόν βλέπουμε στίς Ἅγιες Εἰκόνες Του καί Τόν κοινωνοῦμε μέσω τῶν Τιμίων ∆ώρων, ὑπό τήν μορφή ἄρτου καί οἴνου, ἔχοντας ὑπόψιν τίς ἀδυναμίες μας καί ἀναμέ- νοντας τήν ἔνδοξη ἐπιστροφή Του, ὅπου θά Τόν βλέπουμε αἰωνίως στήν ἀνθρώπινη φύση Του καί ὅπου ἡ ἀνθρώπινη φύση μας, θά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό ὅλα τά ἐμπόδια καί θά θεωθεῖ.
Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός 

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

« Ὁ Θεός μας »

Kάθε φορά ποῦ ὁ Ἱερέας λέει τήν ἐκφώνησιν: «ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός ἡμῶν καί Σοί τήν δόξαν ἀναπέμπομεν...», ἡ φράση "ὁ Θεός ἡμῶν" μέ συγκινεῖ βαθιά. ∆έν πρόκειται γιά κάποιον Θεό ἀφηρημένο, φιλοσοφικό, ἀλλά γιά ἕναν Θεό πού βρίσκεται δίπλα μας, πού εἶναι ἄρρηκτα συν- δεδεμένος μέ ἐμᾶς. Εἶναι σάν τήν μητέρα πού λέει: «Τό παιδί μου», γιά τό ὁποῖο ἔχει ὑποφέρει καί ἔχει κλάψει.

Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς, ὁ λεγόμενος ἄπιστος, εἶπε μόλις εἶδε τόν ἀναστημένο Κύριον : «ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου» (Ἰωάν. κ ́ 28), ἐνῶ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή εἶπε «ὅτι ἦραν τόν Κύριόν μου» (Ἰωάν. κ ́ 13). Κάθε φορά ἐκφράζεται αὐτός ὁ στενός σύνδεσμος τῆς ψυχῆς μέ τόν Θεόν.

Ἀνάμεσα στά ὀνόματα πού ἀποδίδουμε στόν Θεό, προτιμῶ τό "Χριστούλης", τό ὁποῖο δέν σχετίζεται καθόλου μέ τό «μικρός Ἰησοῦς». Ὁ «Χριστούλης» εἶναι πάντα ὁ Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος, γιά τόν Ὁποῖον αἰσθανόμαστε τρυφερότητα καί στοργή, ἐνῶ ἡ ἔκφραση "μικρός Ἰησοῦς" δηλώνει μονάχα συναισθηματισμό.

Ὁ μικρός Ἰησοῦς εἶναι τό νήπιο πού βλέ- πουμε στίς θεῖες Εἰκόνες. Ἄλλο εἶναι γιά παράδειγμα ἕνας πίνακας θρησκευτικοῦ περιεχομένου τοῦ Ραφαήλ καί ἄλλο μιά Εἰκόνα βυζαντινή, ὅπως ἡ Παρθένος τοῦ Βλαδίμηρου. Ὁ πίνακας εἶναι "γήϊνος" καί συναισθηματικός, ἐνώ ἡ Εἰκόνα εἶναι γεμά- τη τρυφερότητα, ὅπου τό πάθος δέν ἔχει θέση. ∆έν εἶναι τυχαῖο πού αὐτή ἡ Εἰκόνα ὀνομάζεται «Παρθένος τῆς τρυφερότητος». Ὑπάρχουν καί ἄλλες εἰκόνες τῆς Παναγίας, οἱ ὁποῖες ἐκφράζουν ἄλλες περιπτώσεις (ἀλλά ποτέ συναισθηματισμό,ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ πάθος). Γιά παράδειγμά ἡ "Ὀδηγήτρια", πού μᾶς δείχνει τόν δρόμο. Ἡ "Χαρά ὅλων τῶν θλιβομένων", πού συγκινεῖ τίς σκληρές καρδιές, πού ἀπα- λύνει τούς πόνους ἤ ἀκόμη "Καταφύγιο τῶν ἁμαρτωλῶν".

∆έν εἶναι ἡ αὐστηρότητα, ἀλλά ἡ ἀτα- ραξία ἀπό τήν ὁποία ὁ συναισθηματισμός ἐξοργίζεται καί ἡ ὁποία γεμίζει ἀπό στοργή καί τρυφερότητα. Ὅταν βλέπουμε τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος παίρνει τά παιδιά στίς ἀγκάλες Του καί τά εὐλογεῖ, ἤ τόν Ἅγιο Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος ἔκλεβε μπροστά στούς ἐπισκέπτες, ἀλλά δέν τό ἔκανε μπροστά στά παιδιά.

Ὁ ἀέρας τῶν βουνῶν δέν εἶναι ἐπικίνδυ- νος, ἀλλά καθαρός. Εἶναι ἐπικίνδυνος γιά τόν ἄρρωστο. ἀλλά ὄχι γιά ἐκεῖνον πού εἶναι γεμάτος ὑγεία καί ζωή. Ὑπάρχει μιά σημαντική σκοπιά στήν πνευματικότητα τῆς Ἐκκλησίας: τό πνευματικό πένθος. Ὅταν φθάνουμε σέ αὐτό, τά δάκρυα τρέ- χουν ἀπό μόνα τους, καθώς προκαλοῦνται ἀπό τή Θεία Χάρη, μέ τήν Ὁποία γεμίζει ἡ συγκινημένη καρδιά μας.

Τό πένθος, βέβαια, φαίνεται νοσηρό γιά τόν ἁμαρτωλό, ἐνῶ γιά ἐκεῖνον πού νικᾶται ἀπό τά πάθη του εἶναι ἡ ἀνάσταση, διότι πέρασε ἀπό τόν Σταυρό, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ σέ αὐτήν. Καί ὁ Θεός δέν εἶναι πιά ἕνας Θεός ἐνώπιον Τόν Ὁποίο τρέμει, ἀλλά εἶναι ὁ Θεός γιά τόν Ὁποῖον θυσίασε τά πάντα κί μέ τόν Ὁποῖον βρίσκεται στήν αἰωνιότητα.

ΕΡΩΤΗΣΗ

  ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς να σταµατήσουµε να αµαρτάνουµε; ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Χαρακτηριστικό των αγγέλων είναι να µην αµαρτάνουν και των δαιµόνων να µην µετανοού...