Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

Διά τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν

«Διά τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν...» ( Ματθ. 18,23-35)

«Ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν ὡμοιώθη». Ὡμοιώθη δέν πάει νά πῆ ὅτι εἶναι ἴδια, διότι ὑπάρχουν πάντοτε διαφορές μεταξύ τῆς παραβολῆς καί τῆς ἀληθείας πού στοχεύει, δηλαδή τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. 
Ὁ Κύριος χρησιμοποιεῖ συχνά παραβολές «ὥστε νά χαράξη εὐκολώτερον στό πνεῦμα τῶν ἀκροατῶν, μέ τήν βοήθεια τῶν συγκρίσεων καί τῶν παραδειγμάτων, τό δίδαγμα πού δέν θά μποροῦσαν νά συγκρατήσουν, ἐάν παρουσιάζετο στήν ἁπλότητά του»( Ἁγ. Ἱερώνυμος).
Αὐτός ὁ Βασιλεύς τῆς παραβολῆς εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Βασιλέως τῶν Βασιλευόντων. Οἱ ἐπίγειες Βασιλεῖες δέν εἶναι παρά ἀμυδρά ἀντανάκλασι τῆς Βασιλείας πού «ὑποσχέθηκε σ’ αὐτούς πού Τόν ἀγαποῦν»(Ἰακώβ. 2,5).
Αὐτός ὁ Βασιλεύς ἤθελε  «νά τακτοποιήση τούς λογαριασμούς του μέ τούς ὑπηρέτας του». Αὐτοί οἱ ὑπηρέτες δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό ἐμᾶς τούς πτωχούς ἁμαρτωλούς πού ὑστεροῦμε συνεχῶς στά καθήκοντά μας, καί πού σπαταλοῦμε τά χαρίσματά μας, πού μᾶς παραχωρήθηκαν, ὥστε νά τά καρποφορήσουμε, ὅπως μία ἄλλη παραβολή δηλώνει σαφῶς. Εἴμαστε ἐλεύθεροι σ’αὐτήν τήν ζωή, νά κρίνουμε καί τήν ψυχή μας, τήν φύσι μας  ἀλλά αὐτό δέν θά εἶναι χωρίς συνέπειες, ἐάν παραβαίνουμε τόν νόμον πού μᾶς ἔδωσε γιά τό καλό μας.
Ἕνα ἀπ’αὐτά τά δῶρα εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία καί ἀγάπη τοῦ πλησίον πού στοχεύονται σ’ αὐτήν τήν παραβολή. Ἐάν δέν χρησιμοποιοῦμε αὐτά τά δῶρα,(χάρες) ἀλλά καί ἔχουμε περιφρόνησι, σκληρότητα καί ἀδιαφορία ἀπέναντι στόν πλησίον, ἡ τιμή θά εἶναι πολύ ἀκριβή διότι ὁ Κύριος θά μᾶς συμπεριφερθῆ ὅμοια σ’αὐτή τήν ζωή καί στήν ἄλλη αἰωνίως.
Νά προσβάλλης (ὑβρίζης) ἕνα βασιλιᾶ εἶναι χίλιες φορές πιό σοβαρό ἀπό τό νά προσβάλλεις ἕνα σύντροφο, ἕνα σύνδουλο, δηλαδή τόν πλησίον μας, γι’αὐτό ἡ διαφορά τοῦ ποσοῦ στήν παραβολή, δέκα χιλιάδες τάλαντα καί ἑκατό δηνάρια μέ ἄλλα λόγια  οἱ ἁμαρτίες πού διαπράττουμε ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ, καί τό λάθος πού ὁ πλησίον μας μᾶς κάνει εἶναι χωρίς σύγκρισι. 
Ἡ παραβολή εἶναι χαραγμένη γύρω ἀπό τήν συγνώμη. Μᾶς ζητήθηκε νά συγχωροῦμε ὄχι μόνο μέ τά χείλη ἀλλά «ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς».
«Προσέξατε τήν ὑπερβολή τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ! Ὁ δοῦλος ζητᾶ μια ἁπλή προθεσμία (παράτασι). Ὁ Κύριος Του τοῦ τήν παρέχει πολύ περισσότερο ἀπ’ὅτι ζητᾶ! Τοῦ συγχωρεῖ τελείως καί ἀπολύτως ὅλα ὅσα τοῦ χρεωστοῦσε» (Ἅγ.Ἰω.Χρυς.Ὁμιλ.61) 
«Ἔσεστε εὔσπλαγχνο καθώς ὁ πατήρ ἡμῶν εὔσπλαγχνος ἐστί» λέγει ὁ Εὐαγγελιστής. (Λουκ.6,36).
Θά ἔχουμε ποτέ τήν δυνατότητα νά ἀποδώσουμε ὅσα ὁ  Θεός μᾶς ἔχει δώσει; Πολύ περισσότερον ἀκόμη αὐτός ὁ ἀχάριστος δοῦλος; Ἐάν ὅμως  συγχωροῦμε «τίς προσβολές τῶν ἀνθρώπων, ὁ πατήρ ὑμῶν ὁ ἐπουράνιος  θά μᾶς συγχωρέσει ἐπίσης»(Ματθ. 6,14). Λοιπόν τίποτε πιό εὔκολο νά τακτοποιήσουμε τά χρέη μας: Ἄς συγχωρήσουμε καί θά συγχωρεθοῦμε.
Αὐτό εἶναι τό κεντρικό μήνυμα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς.
Ζητοῦμε λογαριασμό ἀκριβῆ ἀπό τόν πλησίον. Καί ἡ εὐσπλαγχνία, ἡ ἐπιείκεια καί ἡ γεναιοδωρία, ποῦ εἶναι;
Ἀπό τήν πλευρά μας, θέλουμε πάντα ὁ Θεός καί ὁ πλησίον νά μᾶς συγχωροῦν.
 Ὑπάρχουν χίλιες περιπτώσεις ἐλαφρυντικές νά ἐπικαλεσθοῦμε. Κούρασι,  παρεξήγησι, λύπη, πόνο κ.λ.π. 
Τί νά ποῦμε περισσότερο γι’ αὐτήν τήν παραβολή πού τό μήνυμα εἶναι τόσο ἁπλό καί χωρίς ἀμφιβολία;
Ἡ ἐλευθερία μας εἶναι χωρίς ἐμπόδιο γιά νά συγχωρέσουμε ἀληθινά. 
 Ἀρχ. Κασσιανός


Η ΑΙΤΙΑ

Ὅταν βλέπουμε τήν πορεία τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία πηγαίνει πρός τήν καταστροφή, δέν μποροῦμε παρά νά εἴμαστε καί μόνο ἀπαισιόδοξοι. Χωρίς νά θέλουμε νά ἀναλύσουμε τώρα τά συμπτώματα: οἰκονομική κρίσι, ἠθικός ξεπεσμός κλπ... - δέν θά τά τελειώναμε ποτέ - θά ἤθελα νά μιλήσω γιά τό ποιά εἶναι ἡ πραγματική αἰτία. 
Ποῦ εἶναι σήμερα τό ἁλάτι τῆς γῆς, τό ὁποῖο δέν ὑπάρχει μόνον γιά νά καρυκεύει, ἀλλά καί νά διατηρεῖ; Ποῦ εἶναι τό προζύμι πού κάνει τό ζυμάρι νά φουσκώνει; Ποῦ εἶναι οἱ δέκα δίκαιοι ἱκανοί νά μεταστρέψουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; (Γεν. 18,22-33). Ποῦ εἶναι αὐτή ἡ φωτιά πού ὁ Κύριος ἔβαλε στή γῆ; (Λουκ.12,49).
Λέγεται γιά τόν Ἀββᾶ Σισώη ὅτι εἶχε φτάσει σέ μέτρα ὥστε μπορεῖ νά σώση ὅλη τήν δική του γενιά. Μιά μέρα ἕνας ἀδελφός τοῦ εἶπε: «Ἀββᾶ, κάθε μέρα κάνω τόν κανόνα μου, κάνω καί αὐτό καί ἐκεῖνο, τί μοῦ λείπει ἀκόμη;»  Ὁ Ἀββᾶ Σισώης ὕψωσε τά χέρια του πρός τόν οὐρανόν τά ὁποῖα ἔγιναν σάν φωτιά καί τοῦ ἀπήντησε: «Ἐάν θέλης νά γίνης ἔτσι...» καί ὁ ἀδελφός κατάλαβε τό μάθημα. 
Ἀρκούμαστε στά ἐξωτερικά μας καθήκοντα: παπαγαλίζουμε τίς πρωϊνές καί βραδυνές ἀκολουθίες. Προσέχομε νά μή τρῶμε ὅ,τιδήποτε στίς ἡμέρες νηστείας κλπ... Καί ἰδού εἴμαστε καλοί Χριστιανοί, τουλάχιστον φθάνουμε νά καθησυχάσουμε τήν συνείδησί μας.
Τήν περασμένη Κυριακή διαβάσαμε τό Εὐαγγέλιο τοῦ νέου πλουσίου. Συμπεριφερόταν μέ τόν ἴδιο τρόπο, μόνον μέ τήν τήρησι τοῦ νόμου, καί ἐκεῖ ἐσταματοῦσε. Ὅταν ὁ Χριστός τοῦ εἶπε νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τά πλούτη του, ὁ νέος ἔφυγε πολύ λυπημένος, γιατί ἦταν πολύ δεμένος μέ τά ἀγαθά του. Τά  πλούτη μας δέν εἶναι ὁπωσδήποτε τά ὑλικά ἀγαθά ἀλλά καί τά πάθη μας: ἡ ὑπερηφάνειά μας ἡ ὁποία μᾶς κάνει νά πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε τό κέντρον τοῦ κόσμου ἤ Μίς Ὁρθοδοξία, ὁ ἐγωκεντρισμός μας πού μᾶς κάνει νά στρεφώμαστε γύρω ἀπό τόν ὀμφαλόν μας καί χίλια ἄλλα.
Φοβᾶμαι ὅτι ἐνεργοῦμε σάν τόν  Ἰωνᾶ ὁ ὁποῖος ἔψαχνε νά φύγη μακρυά ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀποφύγη τήν ἀποστολή του. Πιστεύω ὅτι ἡ μοῖρα θά πέση ἐπάνω μας καί ὅτι ἡ θύελλα θά ἡσυχάσει μόνον ὅταν οἱ ἔνοχοι θά πεταχθοῦν στή θάλασσα. Οἱ δυστυχισμένοι ναῦτες τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰωνᾶ, δέν ἦσαν βεβαίως ἅγιοι, ἀλλά ὁ Ἰωνᾶς ἦταν ὁ μεγάλος ὑπεύθυνος. «Παντί δέ ὧ ἐδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ’ αὐτοῦ, καί ὧ παρέθεντο πολύ, περισσότερο αἰτήσουσιν αὐτόν.»  (Λουκ. 12, 48.) 
Μή κατακρίνουμε λοιπόν τούς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦν τόν Θεόν ἀλλά νά σκεπτώμεθα ὅλα ὅσα ἔχουμε λάβει ἀπό τήν ἡμέρα τοῦ Βαπτίσματος. Μή ξεφεύγουμε ἀπό τήν ἀποστολή μας, ἡ ὁποία εἶναι νά Θυσιαστοῦμε καί νά Ἁγιασθοῦμε γιά τήν Ἐκκλησία καί τόν Κόσμο.
Τοῦτο σημαίνει ὅτι δέν εἶναι νά κάνουμε μιά προσευχή ἤ μερικές μετάνοιες παραπάνω ἀλλά νά πραγματοποιήσουμε μιά πλήρη μεταστροφή τῆς συμπεριφορᾶς μας. Οἱ  ἁπλές μας παραδόσεις καί τά καθήκοντά μας πρέπει νά πάρουν φωτιά, αὐτήν τήν φωτιά πού ὁ Κύριος ἦλθε νά βάλη στήν γῆ, μέ μιά ἄλλη λέξι, τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Μή ἀρκούμαστε στήν Ταυτότητα τοῦ Χριστιανοῦ μέ τόν ὑπότιτλον «Ὀρθόδοξος», ἀλλά νά ζοῦμε σέ βάθος τήν δέσμευσί μας ἐμπρός στόν Κύριο.
Παρά τήν ἀποστασία τοῦ κόσμου τούτου καί τήν δειλία μας, πιστεύω ὅτι ὁ Κύριος φυλάσσει, ὅπως τήν ἐποχή τοῦ προφ. Ἠλία «ἑπτά χιλιάδες ἀνθρώπους πού δέν λύγισαν ἐμπρός στόν Βαάλ καί δέν τόν προσκύνησαν» (Α΄Βασιλ. 19,18). Χάριν αὐτῶν τῶν ὀλίγων δικαίων ἡ γῆ διασώζεται ἀκόμη· κρυμμένοι δίκαιοι, πού δέν κάνουν ἐντυπωσιακά κατορθώματα ἀλλά πού διακρίνονται γιά τήν ταπείνωσίν τους καί τήν ἀφάνειά τους.


Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Η ΙΔΑΝΙΚΉ ΗΓΟΥΜΈΝΗ


Ὅταν ὁ Φωκάς εἶχε ἀνέβει στήν αὐτοκρατορία (602-610), πολύ αἷμα χύθηκε. Ἕνας ἅγιος μοναχός ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, γογγύζοντας γιά αὐτές τίς ὠμότητες, παραπονέθηκε στό Θεό, μέ τήν παρρησία πού εἶχε ἐξαιτίας τῆς ἁπλότητος του: « Κύριε, εἶπε, γιατί ἔδωσες τέτοιο βασιλιά στό λαό Σου; » Ἄκουσε μιά φωνή πού τοῦ εἶπε: « Γιατί δέν μπόρεσα νά βρῶ χειρότερο ».!
Αὐτό τό διήγημα μᾶς δείχνει ὅτι οἱ βλέψεις τοῦ Θεοῦ δέν συνδυάζονται πάντα μέ τίς δικές μας βλέψεις. Ὁ Θεός θέλει μόνο τήν σωτηρία μας ἐνῶ ἐμείς κοιτάζουμε ὡς ἐπί τό πλεῖστον μόνο τό βόλεμά μας καί νά κάνουμε τό δικό μας θέλημα. !
Δέν κάνουμε ὑπαινιγμό στήν ἡγουμένη μας, ἡ ὁποία εἶναι ὑπεράνω πάσης ὑποψίας. Ἁπλῶς νά ξέρουμε ὅτι ἔχουμε τόν προϊστάμενο που ἀξίζουν οἱ ἁμαρτίες μας.!
Σ’αὐτόν πού ἔχει καθαρισθεῖ ἀπό τά πάθη του, ὁ κάθε ἡγούμενος τοῦ ταιριάζει. Ἁντίθετα, ὅποιος κυριεύεται ἀπό τά πάθη δέν μπορεί νά ὑποταχτεῖ σέ κανένα ἡγούμενο. Πάντα ἔχει κάτι νά κρίνει καί μοιάζει μέ τόν μοναχό πού βλέπουμε στήν ἐξῆς ἱστορία:!
Ἕνας ἀδελφός εἶπε σ’ ἕνα μεγάλο γέροντα: « Ἀββᾶ, θά ἤθελα νά βρῶ ἕνα γέροντα πού μέ βολεύει καί νά πεθάνω μαζί του». Ὁ ἀββᾶς τοῦ λέει: «Πώ πώ ! Αὐτή εἶναι μιά καλή ἀναζήτηση, κύριε ! » Ἀλλά ὁ μοναχός νομίζει ὅτι καλά μίλησε καί δέν ἔδωσε προσοχή στήν ἀπάντηση τοῦ Γέροντα. Βλέποντας ὁ Γέροντας ὅτι ὁ ὑποτακτικός δέν καταλαβαίνει ὅτι τόν κοροϊδεύει, τοῦ λέει: « Λοιπόν, ἐάν βρεῖς ἕνα γέροντα σύμφωνα μέ τό θέλημά σου, θέλεις νά μείνεις μαζί του; » «Ναί, ἀπαντάει ὁ ὑποτακτικός, ἀκριβῶς αὐτό θέλω. » Ὁ γέροντας τοῦ λέει: « Μήπως δέν εἶναι γιά νά ἀκολουθεῖς τό θέλημα τοῦ γέροντα ἀλλά νά ἀκολουθεῖ αὐτός τό δικό σου, καί νά ἔχεις τήν ἡσυχία σου; » Τότε ὁ ἀδελφός κατάλαβε τί εἶπε καί γονάτισε κάτω λέγοντας: « Συγχώρεσέ με, πίστευα ὅτι ἔλεγα κάτι καλό ἐνῶ δέν εἶναι ἔτσι.»I
Στό πρόσωπο τῆς ἡγουμένης, πρέπει νά βλέπουμε τόν Χριστόν ὁ Ὁποῖος ποιεῖ καί ὁμιλεῖ διά μέσου αὐτῆς. Εἶναι ὅπως ἡ εἰκόνα, στήν ὁποία εἶναι παρών ὁ Χριστός. Ἐάν ἡ εἰκόνα εἶναι χαλασμένη καί μαυρισμένη ἀπό τήν πολυκαιρία, δέν ἔχει σημασία! Ἡ θεία Χάρις πάντα κοινωνεῖται διά μέσου αὐτῆς τῆς εἰκόνος, γιά ὅποιον προσεύχεται μέ πίστη μπροστά της.!

Μποροῦμε νά ποῦμε τό ἴδιο γιά τό Εὐαγγέλιο. Ἐάν ἕνα εὐαγγέλιο ἔχει σχισμένες καί λερωμένες σελίδες, ἤ ἀκόμα καί τυπογραφικά λάθη, δέν παύει νά εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ.!
Ἄλλο παράδειγμα : τό νά προσεύχεται κανείς μέ μεταχειρισμένο καί βρώμικο κομποσχοίνι ἤ μέ καινούργιο, δέν ἀλλάζει τίποτα στήν ἀξία τῆς προσευχῆς.!
Ἕνα τελευταῖο παράδειγμα: ἐάν ὁ ἱερέας φοράει μπαλωμένα ἄμφια, ἐάν εἶναι λίγο βαρύκοος ἤ προφέρει ἀδέξια τίς εὐχές, ποιά σημασία ἔχει;!
Ὅποια βλέπει μόνο αὐτές τίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καί ἀτέλειες στό πρόσωπο τῆς ἡγουμένης, τοῦ ἱερέως, στίς εἰκόνες κλπ... δέν θά προοδεύσει ποτέ στή πνευματική ζωή καί θά μείνει μοναχή μόνο μέ τό ράσσο.!
Μετά ἀπό αὐτές τίς ἐπιπλήξεις, ἄλλη μία ἱστορία, παρηγοριτική γιά μᾶς πού εἴμαστε τόσο εὐαίσθητοι καί εὔθικτοι:!
Ρώτησα ἕνα γέροντα: Πάτερ, ἐάν βρεθεῖ λίγο ἀπό τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα σ’ ἕναν ἄνθρωπο, δέν θά σωθεῖ ἐκείνες τίς ἡμέρες; Μοῦ ἀπάντησε: «Ναί. Δέν ἄκουσες τί εἶπε ὁ Προφἠτης: «Οὔτως λέγει Κύριος· ὅν τρόπον εὑρεθήσεται ὁ ρώξ ἐν τῷ βότρυϊ καί ἐροῦσι· μή λυμήνῃ αὐτόν, ὅτι εὐλογία ἐστίν ἐν αὐτῷ, οὔτως ποιήσω ἕνεκεν τοῦ δουλεύοντός μοι, τούτου ἕνεκεν οὐ μή ἀπολέσω πάντας. » («Οὕτω λέγει ὁ Κύριος· «καθώς ὅταν εὑρίσκηται γλεῦκος εἰς τήν σταφύλην καί λέγουν ‘μή καταστρέφῃς, διότι εἶναι εὐλογία εἰς αὐτήν’, οὕτῳ θά κάμω πρός χάριν τοῦ δούλου μου, διά νά μή ἐξολοθρεύσω τό σύνολον»). (Ἠσαϊα 65, 8).I
«Ἐκείνες οἱ ἡμέρες» εἶναι αὐτές τῆς πνευματικῆς ἐλλείψεως πού ζοῦμε σήμερα. !
!
Ἄρχιμ. Κασσιανός. 

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

« Ἕνας Θεός πού προπορεύεται ἡμῶν »


Kaθῶς οἱ Ἰσραηλίτες ἔβλεπαν ὅτι ὁ Μωϋσής καθυστεροῦσε νά κατέβει ἀπό τό Ὄρος, ζήτησαν ἀπό τόν Ἀαρών: «ἀνάστηθι καί ποίησον ἡμῖν θεούς, οἱ προπορεύσονται ἡμῶν· ὁ γάρ Μωϋσής οὗτος ὁ ἄνθρωπος, ὅς ἐξήγαγεν ἡμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, οὐκ οἴδαμεν τί γέγονεν αὐτῷ» (Ἐξ. λβ́ 1). Ὁ Ἀαρών τούς ἔφτιαξε, λοιπόν, ἕναν «μόσχο χωνευτό» (Ἐξ. λβ́ 4), ἕνα εἴδωλο, σάν τούς θεούς τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ ἄναψε ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ "σκληροτρά- χηλου" λαοῦ, ὄχι ἐξαιτίας τοῦ αἰτήματός τους νά ἔχουν ἕναν ὁρατό Θεό ἁπτό καί καταληπτό, ἀλλά ἐξαιτίας τοῦ εἰδώλου που κατασκεύασαν.
Metά ἀπό αἰώνες, ὁ Κύριος ὁ Θεός μας πραγματοποίησε ἐπιτέλους αὐτό τό αἴτημα μέ τήν Ἐνσάρκωσή Του καί χαμη- λώνοντας στό δικό μας ἐπίπεδο, προκει- μένου νά μᾶς ὑψώσει στό ἐπίπεδο τοῦ Θεοῦ. Ἔγινε ἕνας Θεός πού προπορεύεται. «Ὅ ἦν ἀπ̉ ἀρχῆς, ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ λόγου τῆς ζωῆς», λέγει ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης στήν πρώτη του ἐπιστολή (Ά Ἰωάν. 1,1).
Ὁ Σωτῆρας μας ἀνέλαβε ὅλες τίς ἀδυναμίες μας καί φορτώθηκε τίς ἁμαρτίες μας. Ὅταν ἀρρωσταίνουμε, ξέρουμε νά συμπάσχουμε μέ τούς ὑπολοίπους ἀρρώστους, ἐνώ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ποτέ δέν ἔχει ἀσθενήσει, γνωρίζει ἀφηρημένα τήν ἀσθένεια. Ὁ Θεός μας, λοιπόν, δέν εἶναι μόνο ἕνας Θεός πού προπορεύεται, ἀλλά εἶναι καί ἐλεήμων, καθώς μέ τήν ἐνσάρκωσή Του, δοκίμασε ὅλους τούς ἀνθρώπινους πόνους. «Ἐπιστρέψατε καί ἴδετε εἰ ἐστίν ἄλγος κατά τό ἄλγος μου, ὅ ἐγεννήθη» (Θρήνοι Ἰερεμίου ά 12).
«Ὁ στεγάζων ἐν ὕδασι τά ὑπερώα αὐτοῦ, ὁ τιθείς νέφη τήν επίβασιν αὐτοῦ, ὁ περιπατῶν ἐπί πτερύγων ἀνέμων» (Ψαλμοί 104, 3), εἶναι μερικές ἀπό τίς εἰκόνες πού ἐκφράζουν τήν ∆όξα καί τήν Λαμπρότητα τοῦ Ὑψίστου, κατά τήν Ταπείνωσή Του «κεκοπιακώς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπί τῇ πηγῇ» (Ἰωάν. δ́ 6).
Τί παραπάνω θά μποροῦσε νά κάνει ὁ Χριστός γιά ἐμᾶς; Πώς θά μποροῦσε νά ἐκφράσει καί νά δείξει περισσότερο τήν ἀπέραντη Ἀγάπη Του γιά τό πλάσμα Του; «Τίς Θεός ὥσπερ σύ; ἐξαίρων ἀνομίας καί ὑπερβαίνων ἀσεβείας τοῖς καταλοίποις τῆς κληρονομίας αὐτοῦ καί οὐ συνέσχεν εἰς μαρτύριον ὀργήν αὐτοῦ, ὅτι θελητής ἐλέους ἐστίν (Μιχ. ζ́ 18).
Ἀκόμα καί ἄν ὁ Χριστός δέν εἶναι πιά ὁρατά ἐνσαρκωμένος ἀνάμεσά μας, Τόν βλέπουμε στίς Ἅγιες Εἰκόνες Του καί Τόν κοινωνοῦμε μέσω τῶν Τιμίων ∆ώρων, ὑπό τήν μορφή ἄρτου καί οἴνου, ἔχοντας ὑπόψιν τίς ἀδυναμίες μας καί ἀναμέ- νοντας τήν ἔνδοξη ἐπιστροφή Του, ὅπου θά Τόν βλέπουμε αἰωνίως στήν ἀνθρώπινη φύση Του καί ὅπου ἡ ἀνθρώπινη φύση μας, θά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό ὅλα τά ἐμπόδια καί θά θεωθεῖ.
Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός 

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

« Ὁ Θεός μας »

Kάθε φορά ποῦ ὁ Ἱερέας λέει τήν ἐκφώνησιν: «ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός ἡμῶν καί Σοί τήν δόξαν ἀναπέμπομεν...», ἡ φράση "ὁ Θεός ἡμῶν" μέ συγκινεῖ βαθιά. ∆έν πρόκειται γιά κάποιον Θεό ἀφηρημένο, φιλοσοφικό, ἀλλά γιά ἕναν Θεό πού βρίσκεται δίπλα μας, πού εἶναι ἄρρηκτα συν- δεδεμένος μέ ἐμᾶς. Εἶναι σάν τήν μητέρα πού λέει: «Τό παιδί μου», γιά τό ὁποῖο ἔχει ὑποφέρει καί ἔχει κλάψει.

Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς, ὁ λεγόμενος ἄπιστος, εἶπε μόλις εἶδε τόν ἀναστημένο Κύριον : «ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου» (Ἰωάν. κ ́ 28), ἐνῶ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή εἶπε «ὅτι ἦραν τόν Κύριόν μου» (Ἰωάν. κ ́ 13). Κάθε φορά ἐκφράζεται αὐτός ὁ στενός σύνδεσμος τῆς ψυχῆς μέ τόν Θεόν.

Ἀνάμεσα στά ὀνόματα πού ἀποδίδουμε στόν Θεό, προτιμῶ τό "Χριστούλης", τό ὁποῖο δέν σχετίζεται καθόλου μέ τό «μικρός Ἰησοῦς». Ὁ «Χριστούλης» εἶναι πάντα ὁ Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος, γιά τόν Ὁποῖον αἰσθανόμαστε τρυφερότητα καί στοργή, ἐνῶ ἡ ἔκφραση "μικρός Ἰησοῦς" δηλώνει μονάχα συναισθηματισμό.

Ὁ μικρός Ἰησοῦς εἶναι τό νήπιο πού βλέ- πουμε στίς θεῖες Εἰκόνες. Ἄλλο εἶναι γιά παράδειγμα ἕνας πίνακας θρησκευτικοῦ περιεχομένου τοῦ Ραφαήλ καί ἄλλο μιά Εἰκόνα βυζαντινή, ὅπως ἡ Παρθένος τοῦ Βλαδίμηρου. Ὁ πίνακας εἶναι "γήϊνος" καί συναισθηματικός, ἐνώ ἡ Εἰκόνα εἶναι γεμά- τη τρυφερότητα, ὅπου τό πάθος δέν ἔχει θέση. ∆έν εἶναι τυχαῖο πού αὐτή ἡ Εἰκόνα ὀνομάζεται «Παρθένος τῆς τρυφερότητος». Ὑπάρχουν καί ἄλλες εἰκόνες τῆς Παναγίας, οἱ ὁποῖες ἐκφράζουν ἄλλες περιπτώσεις (ἀλλά ποτέ συναισθηματισμό,ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ πάθος). Γιά παράδειγμά ἡ "Ὀδηγήτρια", πού μᾶς δείχνει τόν δρόμο. Ἡ "Χαρά ὅλων τῶν θλιβομένων", πού συγκινεῖ τίς σκληρές καρδιές, πού ἀπα- λύνει τούς πόνους ἤ ἀκόμη "Καταφύγιο τῶν ἁμαρτωλῶν".

∆έν εἶναι ἡ αὐστηρότητα, ἀλλά ἡ ἀτα- ραξία ἀπό τήν ὁποία ὁ συναισθηματισμός ἐξοργίζεται καί ἡ ὁποία γεμίζει ἀπό στοργή καί τρυφερότητα. Ὅταν βλέπουμε τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος παίρνει τά παιδιά στίς ἀγκάλες Του καί τά εὐλογεῖ, ἤ τόν Ἅγιο Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος ἔκλεβε μπροστά στούς ἐπισκέπτες, ἀλλά δέν τό ἔκανε μπροστά στά παιδιά.

Ὁ ἀέρας τῶν βουνῶν δέν εἶναι ἐπικίνδυ- νος, ἀλλά καθαρός. Εἶναι ἐπικίνδυνος γιά τόν ἄρρωστο. ἀλλά ὄχι γιά ἐκεῖνον πού εἶναι γεμάτος ὑγεία καί ζωή. Ὑπάρχει μιά σημαντική σκοπιά στήν πνευματικότητα τῆς Ἐκκλησίας: τό πνευματικό πένθος. Ὅταν φθάνουμε σέ αὐτό, τά δάκρυα τρέ- χουν ἀπό μόνα τους, καθώς προκαλοῦνται ἀπό τή Θεία Χάρη, μέ τήν Ὁποία γεμίζει ἡ συγκινημένη καρδιά μας.

Τό πένθος, βέβαια, φαίνεται νοσηρό γιά τόν ἁμαρτωλό, ἐνῶ γιά ἐκεῖνον πού νικᾶται ἀπό τά πάθη του εἶναι ἡ ἀνάσταση, διότι πέρασε ἀπό τόν Σταυρό, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ σέ αὐτήν. Καί ὁ Θεός δέν εἶναι πιά ἕνας Θεός ἐνώπιον Τόν Ὁποίο τρέμει, ἀλλά εἶναι ὁ Θεός γιά τόν Ὁποῖον θυσίασε τά πάντα κί μέ τόν Ὁποῖον βρίσκεται στήν αἰωνιότητα.

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

« Ἡ πτωχή χήρα »

«Καί καθίσας ὁ Ἰησοῦς κατέναντι τοῦ γαζοφυλακίου, ἐθεώρει πῶς ὁ ὄχλος βάλλει χαλκόν εἰς τό γαζοφυλάκιον. Καί πολλοί πλούσιοι ἔβαλλον πολλά· καί ἐλθοῦσα μία χήρα πτωχή ἔβαλε λεπτά δύο, ὅ ἐστι κοδράντης. Καί προσκαλεσάμενος τούς μαθητάς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι ἡ χήρα ἡ πτωχή αὕτη πλεῖον πάντων ἔβαλε τῶν βαλλόντων εἰς τό γαζοφυλάκιον· πάντες γάρ ἐκ τοῦ περισσεύοντος αὐτοῖς ἔβαλον· αὕτη δέ ἐκ τῆς ὑστερήσεως αὐτῆς πάντα ὅσα εἶχεν ἔβαλεν, ὅλον τόν βίον αὐτῆς» (Μάρκ. ιβ ́ 41-44).


Ποιά εἶναι αὐτή ἡ φτωχή χήρα; Γιατί ἐνήργησε μέ αυτόν τόν τρόπο καί γιατί ὁ Κύριος κάνει ἀναφορά σ ̓ ἐκείνη; Σ ̓ αὐτές τίς ἐρωτήσεις θά προσπαθήσουμε νά ἀπαντήσουμε στήα συνέχεια. Πρόκειται γιά μιά φτωχή Ἑβραία χήρα, τῆς ὁποίας τό ὄνομα δέν ἀναφέρουν οἱ Εὐαγγελιστές, καθώς πιθανότατα θά ἦταν γιά ἐκείνους ἄγνωστη. Ὁ Κύριος, παρ ̓ ὅλα αὐτά γνώριζε τό ὄνομά της, ὅπως γνώριζε τό ὄνομα τοῦ Ζακχαίου καί τοῦ Τελώνη. Λίγη σημασία ἔχει γιά ἐμᾶς νά ξέρουμε τό ὄνομα· ἡ χειρονομία της μνημονεύεται εἰς τούς αἰώνας καί τό ὄνομά της εἶναι καταγεγραμμένο στό βιβλίο τῆς Ζωῆς.

Ἄραγε, εἴχε ἀκούσει τόν Χριστό νά κηρύττει καί οἱ σωτήριοι Λόγοι Του εἶχαν ἀγγίξει τήν καρδιά της; Εἶναι πολύ πιθανόν, ἀλλά οἱ Εὐαγγελιστές τό προσπερνοῦν καί αὐτό μέ σιωπή. Ὁ Κύριος ἄραγε τῆς μίλησε ἀφότου ἔκανε τήν προσφορά της; Εἶναι πιθανόν, ἀλλά μαρτυρίες γι ̓ αὐτό δέν ὑπάρχουν.

Αὐτό πού εἶναι σίγουρο εἶναι πῶς ἦταν πτωχή, ὅπως τόσες χήρες στό Ἰσραήλ ἐκεῖνον τόν καιρό.

∆έν εἶχαν κανενός εἶδους σύνταξη καί ζοῦσαν μόνο ἀπό αυτά πού τούς ἔδιναν οἱ συγγενεῖς ἤ οἱ γείτονες μέ ἐλεημοσύνη καί ἐπιπλέον ἀπό ὅσα τούς ἔδινε ὁ Ναός καί συγκεκριμένα ἀπό τίς προ- σφορές ὅλου τοῦ κόσμου. «Ἦταν ἕνα ἀξιέπαινο ἔθιμο γιά τούς Ἑβραίους κατά τό ὁποῖο ἐκείνοι πού ἡ περιουσία τους τό ἐπέτρεπε, κατέθεταν ἐθελοντικά τήν προσφορά τους στό θησαυροφυλάκιο τοῦ Ναοῦ, τό ὁποῖο προοριζόταν νά θρέψει τούς Ἱερεῖς, τούς φτωχούς καί τίς χήρες» (Ὁμιλία Θεοφυλάκτου).

Ἡ προσφορά τῆς χήρας δέν ἦταν μεγάλης ἀξίας. Ἔφτανε μονάχα τήν ἀξία ἑνός ψωμιοῦ. Ὡστόσο ἦταν ὅ,τι εἶχε χωρίς νά μεριμνᾶ γιά τό αὔριο καί τό ἔδωσε μέ ὅλη της τήν καρδιά. «∆έν εἶναι ἡ ποσότητα τῆς προσφορᾶς, ἀλλά ὁ πλοῦτος τῆς καρδιᾶς πού ὁ Θεός λαμβάνει ὑπόψη ἐδῶ». (Ἅγ. Ἰωάν. Χρυσόστομ.). «Ὁ Θεός μετράει τήν πρόθεσή μας πολύ περισσότερο ἀπό τό ἀντικείμενο τῆς προσφορᾶς μας· λαμβάνει ὑπόψη ὄχι τό ὑλικό τῆς θυσίας μας, ἀλλά τήν γενναιόδωρη προδιάθεση ἐκείνου πού προσφέρει», λέγει ὁ σεβάσμιος Bede. Αὐτή τήν προσφορά της ἡ πτωχή χήρα τήν βρῆκε στήν ἄλλη ζωή πολλαπλασιασμένη, χάρη στήν γενναιοδωρία της καί κυρίως χάρη σ ̓ Ἐκεῖνον, τοῦ Ὁποίου ἡ γενναιοδωρία δέν ἔχει ὄριο. Γιατί ἄραγε ὁ Ἰησοῦς παρατηροῦσε «καθίσας κατέναντι τοῦ γαζοφυλακίου» τί ἔβαλε ὁ καθένας μέσα σ ̓ αὐτό; Ἀπό περιέργεια; Καί βέβαια ὄχι ! Τό ἔκανε προκειμένου νά δώσει στή συνέχεια ἕνα μάθημα στούς μαθητές Του, οἱ ὁποίοι ἀπέδιδαν ἴσως μεγαλύτερη σημασία στό ποσό πού ὁ καθέ- νας προσέφερε, παρά στήν προδιάθεση τῆς καρδιᾶς. Αὐτή ἡ προδιάθεση μπορεῖ ἄλλωστε νά εἶναι κακή : μπορεῖ γιά παράδειγμα νά δίνουμε ἀπό ματαιοδοξία ἤ ἐξαναγκαστικά. Ἡ προσφορά μας μπορεῖ ἀκόμη νά μήν γίνει ἀποδεκτή, ὅπως γίνεται ἐνίοτεγιά νά μήν ποῦμε πολύ συχνάστούς πλουσίους. Ὁ Θεός ἀπορρίπει τέτοιες δωρεές, ὅπως ἐκείνη τοῦ Κάϊν.

Κάποιες φορές δέν ἔχουμε τίποτα νά δώσουμε, ὅπως ὁ ἀπ. Πέτρος στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων.

«Εἶπε δέ Πέτρος· ἀργύριον καί χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὅ δέ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι· ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου ἔγειρε καί περιπάτει» (Πράξ. γ ́ 6). Ἐάν δέν μποροῦμε νά κάνουμε ἕνα θαῦμα, ἄς κάνουμε τουλάχιστον μία προσευχή γιά ἐκεῖνον πού τό ζητάει ἤ μία φιλάν- θρωπη χειρονομία.

Μέ μιά εὐρύτερη ἔννοια, δέν πρόκειται μόνο γιά προσφορά χρημάτων, ἀλλά γιά προσφορά τοῦ ἑαυτοῦ μας, τῶν δυνατοτήτων μας νά βοηθήσουμε τόν πλησίον καί τήν Ἐκκλησία. Ἐδώ ἐπαληθεύεται ὁ Λόγος: «Τοῦτο δέ ὁ σπείρων φειδομένως, φειδομένως καί θερίζει καί ὁ σπείρων ἐπ ̓ εὐλογίαις, ἐπ ̓ εὐλογίαις καί θερίσει» (Β ́ Κορ. θ ́ 6). Ἦταν χήρα. Ὁ Κύριος τό γνώριζε, ὅπως γνώριζε πῶς ἡ Σαμαρείτιδα εἶχε πέντε συζύγους (Ἰωάν δ ́ 18). Πιθανώς φαινόταν καί ἀπό τήν ἐνδυμασία της, ἡ ὁποία δέν ἦταν ἴδια μέ μιᾶς γυναίκας, πού εἶχε ἀκόμα τό σύζυγό της ἤ μέ κάποιας πού ἦταν παρθένα. Τό ὅτι ἤταν πτωχή, φαινόταν καί αὐτό ἀπό τόν ρουχισμό της.

Παρ ̓ ὅλα αὐτά, ἦταν πλούσια, διότι εἶχε γιά προστάτη της τόν Κύριο, ὁ ὁποῖος «ὀρφανόν καί χήραν ἀναλήψεται» (Ψάλμ. 145, 9).

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

« ∆ικαιοσύνη καί Ἔλεος »

Ο Θεός εἶναι δίκαιος καί ἐλεήμων· τό ἕνα δέν μπορεῖ νά πάει χωρίς τό ἄλλο. Μποροῦμε ἀκόμη νά ποῦμε πῶς ἡ ∆ικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι φιλεύσπλαγχνη καί πῶς τό θεῖο Ἔλεος εἶναι δίκαιο. Μέ ἄλλα λόγια: Ἡ θεία δικαιοσύνη εἶναι Ἔλεος καί τό θεῖο ἔλεος ∆ικαιοσύνη. Ἐκφράζομαι μέ ἕναν ἀνθρώ- πινο τρόπο, σύμφωνα μέ τίς ἔννοιες πού μᾶς εἶναι οἰκείες, διότι ὁ Θεός εἶναι ἀκατάληπτος καί ὅλα ὅσα ἀπορρέουν ἀπό Ἐκεῖνον δέν μποροῦν νά κλειστοῦν σέ λέξεις.
Ἡ ∆ικαιοσύνη χωρίς Ἔλεος δείχνει σκληρότητα καί τό Ἔλεος χωρίς ∆ικαιοσύνη δείχνει μαλθακότητα. Ἡ Ἁγία Γραφή μᾶς δίνει ὡς παράδειγμα γιά τήν πρώτη περίπτωση τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους, ἐνῶ γιά τήν δεύτερη περίπτωση τόν Ἱερέα Ἐλί. Οἱ πρώτοι δέν εἶχαν παρά τόν Νόμο μπροστά στά μάτια τους, χωρίς νά μεριμνοῦν γιά τό πρόσωπο πού ἔσφαλε, ἐνῶ ὁ δεύτερος σκεφτόταν μόνο τούς ἀσεβεῖς γιούς του, χωρίς νά μεριμνᾶ γιά τόν Θεῖο Νόμο.
Οἱ Νόμοι καί οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν προκειμένου νά μᾶς βοηθήσουν νά προοδεύσουμε καί νά βαδίσουμε εὐθεία στόν πνευματικό μας δρόμο. Ὀφείλουμε νά τούς ἐφαρμόζουμε ἀνάλογα μέ τήν περίσταση, ἡ ὁποία μπορεῖ νά εἶναι εἶτε ἐλαφρή, εἶτε βαριά καί ἡ ὁποία μπορεῖ ἀκόμα νά καταστήσει τούς Κανόνες (σέ ὁρισμένες περιπτώσεις) ἐκτός χρήσης. Ἡ ἀνάγκη δέν κοιτάει Νόμους, ὅπως βλέ- πουμε καί στό Εὐαγγέλιο, ὅταν οἱ μαθητές, οἱ ὁποίοι πεινοῦσαν, μάζεψαν καί ἔφαγαν σπόρους σιταριοῦ τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, παρόλο πού αὐτό ἀπαγο- ρευόταν (Μάρκ. β ́ 23) ἤ ὅταν ὁ ∆αυΐδ μέ τούς ἀκολούθους του μπήκαν στόν Ναό καί ἔφαγαν τούς ἄρτους τῆς προθέσεως, κάτι τό ὁποῖο ἐπιτρεπόταν μόνο στούς ἱερεῖς.
Ἡ νηστεία, ἡ ὁποία διδάσκεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, συνεισφέρει στήν ταπείνωση τοῦ σώματος. Ἡ χωρίς διάκριση ὅμως ἐπιβολή τῆς νηστείας σέ ἕναν ἀσθενή καθίσταται βλαβερή, διότι ἡ ἀσθένεια κάνει ἤδη αὐτό στό ὁποῖο ἡ νηστεία ἀποσκοπεῖ καί ἀντί τό σῶμα νά ταπεινώνεται, αὐτό καταπονεῖται πέρα ἀπό κάθε ὄριο. Σέ περίπτωση ἀσθενείας, ὁ κανόνας τῆς νηστείας θά πρέπει νά μετριάζεται ἤ ἀκόμα καί νά ἀναβάλλεται.
Ἐάν ἐφαρμόζουμε τούς Κανόνες αὐστηρῶς, χωρίς νά λαμβάνουμε ὑπ ̓ ὅψιν τήν ἑκάστοτε περίπτωση καί χωρίς νά χρησιμοποιοῦμε τήν οἰκονομία ἐκεί ὅπου πρέπει, τότε αὐτοί οἱ Κανόνες γίνονται ἐμπόδιο καί ὄχι βοήθεια μέσα στήν Ἐκκλησία.
Ἡ διάκριση, λοιπόν, εἶναι ἐκείνη πού πρέπει νά κρατάει τήν ἰσορροπία ἀνάμεσα στήν ∆ικαιοσύνη καί τό Ἔλεος· ἐκείνη πού κρατάει τήν βελόνα τῆς ζυγαριᾶς ἀκριβῶς στή μέση, χωρίς νά κλίνει οὔτε ἀπό τήν μία πλευρά, οὔτε ἀπό τήν ἄλλη.
Οἱ νόμοι καί οἱ κανόνες εἶναι γενικοί καί πρέπει νά ἐφαρμόζονται ὄχι μόνο ἀνάλογα μέ τίς συνθῆκες, ἀλλά κυρίως λαμβάνοντας ὑπ ̓ ὅψιν τό πρόσωπο πού σφάλλει. Πρέπει νά ἐνεργοῦμε διαφορετικά ἀπέναντι σέ ἕναν ἁμαρτωλό πού μετανοεῖ καί δια- φορετικά σέ ἕναν ἁμαρτωλό πού παραμένει ἀμε- τανόητος. Κάθε φορά πού ὁ Θεός βλέπει μιά εἰλικρινή μετάνοια, ἐνεργεῖ μέ τό Ἔλεός Του. Τό Εὐαγγέλιο εἶναι γεμάτο μέ τέτοια παραδείγματα. Ἡ μοιχαλίδα γυναίκα, ἡ ὁποία σύμφωνα μέ τόν Νόμο ἔπρεπε νά λιθοβοληθεῖ· ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος ἦρθε γιά νά μᾶς σώσει, συγχώρεσε τήν ἁμαρτία της. Ὁ πατέρας τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ πατρική ἀγάπη δέν εἶχε ὑστεροβουλία, ἀλλά ἀντίθετα ἔλαβε μεγάλη χαρά.
Στήν παραβολή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου βλέπουμε τόν Τελώνη νά μετανοεῖ - παρόλο πού εἶναι γεμάτος ἁμαρτίες - καί νά δικαιώνεται, ἐνῶ ὁ Φαρισαῖος, ὁ ὁποῖος τηρεῖ σχολαστικά τόν Νόμο, καταδικάζεται. Βλέπουμε ἀκόμα τόν ἀποστ. Πέτρο νά ἀρνεῖται τρεῖς φορές τόν Χριστό καί νά κλαίει ὕστερα πικρά καί παρ ̓ ὅλα αὐτά ὁ Σωτήρας μας μετά τήν Ἀνάστασή Του τόν ρωτάει μονάχα ἐάν Τόν ἀγαπᾶ, χωρίς νά τοῦ κάνει τήν παραμικρή μομφή. Στήν Παλαιά ∆ιαθήκη βλέπουμε τόν ∆αυΐδ νά διαπράττει μοιχεία καί καί στήν συνέχεια νά δολοφονεῖ ἀκόμη ἀκόμα καί τόν σύζυγο τῆς Βερσεβᾶ. Ἀπό τή στιγμή, ὅμως πού μετενόησε, ὁ Κύριος δέν τόν ἀπέρ- ριψε, ἀντίθετα τόν ἀγάπησε πολύ. Οἱ Νινευΐτες, ἐφ ̓ ὅσον μετενόησαν, βρήκαν τό Ἔλεος τοῦ Θεοῦ, παρ ̓ ὅλο πού ὁ Ἰωνᾶς σκεφτόταν μέ ἀνθρώπινο τρόπο καί περίμενε τήν τιμωρία τους (Ἰωνᾶς γ ́-δ ́). Ἡ Βίβλος ἔχει πληθώρα τέτοιων παραδειγμάτων καί ἄν ἀρχίσουμε καί μέ τό Συναξάρι, δέν θά τελειώ- σουμε ποτέ.
Παρ ̓ ὅλα αὐτά, ὅταν ὁ Θεός βλέπει τόν ἁμαρτωλό νά μένει ἀμετανόητος, τό Ἔλεός Του μετατρέπεται σέ ρομφαία κοφτερή. Οἱ Πρωτόπλαστοι, οἱ ὁποίοι προσπαθοῦσαν νά δικαιολογηθοῦν γιά τήν πράξη τους ἀντί νά μετανοήσουν, ἐκδιώχθηκαν ἀπό τόν Παράδεισο. Τήν ἐποχή τοῦ Νώε, ὁ κατακλυσμός καταβρόχθισε σχεδόν ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Τά Σόδομα καί τά Γόμορα, ὅπου οἱ ἁμαρτίες ξεχείλιζαν πέρα ἀπό κάθε ὄριο (ὅπως καί στόν σύγχρονο κόσμο) καταστράφηκαν ἀπό τήν φωτιά. Ὁ Κύριος χρησιμοποίησε σκληρά λόγια ἀπέναντι στούς ἀμετανοή- τους Γραμματεῖς καί Φαρισαίους.
Ἐν συντομίᾳ: Ἡ ∆ικαιοσύνη εἶναι γεμάτη Ἔλεος πρός τόν ἁμαρτωλό, πού ἔρχεται εἰς ἐπίγνωσιν καί τό Ἔλεος εἶναι δίκαιο τιμωρώντας τόν ἁμαρτωλό πού πραμένει στήν ἁμαρτωλότητά του.

ΕΡΩΤΗΣΗ

  ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς να σταµατήσουµε να αµαρτάνουµε; ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Χαρακτηριστικό των αγγέλων είναι να µην αµαρτάνουν και των δαιµόνων να µην µετανοού...