Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Simeia kai simbola


«Καί ἤκουσαν τῆς φωνῆς τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ τό δειλινόν,

καί ἐκρύβησαν ὅ τε Ἀδάµ καί ἡ γυνή αὐτοῦ ἀπό προσώπου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἐν µέσῳ τοῦ

ξύλου τοῦ παραδείσου» (Γέν. γ΄ 8).

Ἀπό τήν πτώση ἀπό τόν Παράδεισο, τά χαρίσµατα τῆς ψυχῆς µας ἔχουν στρεβλωθεῖ καί ἔτσι

µποροῦµε µόνο ἔµµεσα νά ἐπικοινωνήσουµε µέ τόν Θεόν. Χρειαζόµαστε, λοιπόν, βοηθητικά

µέσα, ὅπως κάποιος πού δέν βλέπει καλά ἤ κάποιος πού ἔχει ἀκρωτηριαστεῖ. Ἔτσι, ἡ

Ἐκκλησία µᾶς διαθέτει ὅλα αὐτά πού µποροῦν νά βοηθήσουν νά ἐπικοινωνήσουµε µέ τόν

Θεόν, ἀναµένοντας βέβαια πώς θά φθάσουµε στήν ἁγιότητα, ἡ ὁποία συνίσταται ἀκριβῶς

στήν ἀποκατάσταση τῶν πνευµατικῶν µας χαρισµάτων. Ἕνας «ναύσταθµος» µᾶς προτείνε-

ται: ἡ Ἁγία Γραφή, οἱ εἰκόνες, τά µυστήρια, ἡ Θεία Λειτουργία κτλ. Ἔτσι µποροῦµε ἔµµεσα

νά συγκατατεθοῦµε µέ αὐτο ποῦ ἡ πνευµατική µας ἀσθένεια µᾶς κρύβει. ∆ιαµέσου αὐτοῦ

πού µᾶς εἶναι οἰκεῖο, ἐκδηλώνεται τό ἄγνωστο. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος ποῦ ὁ Κύριος

µιλοῦσε µέ παραβολές: «Καί ἐλάλησεν αὐτοῖς πολλά ἐν παραβολαῖς» (Ματθ. ιγ΄ 3). «Ταῦτα ἐν

παροιµίαις λελάκηκα ὑµῖν, ἀλλά παρρησίᾳ περί τοῦ Πατρός ἀναγγελῶ ὑµῖν» (Ἰωάν. ιστ΄ 25).

Αὐτή ἡ ὥρα εἶναι ἀκριβῶς ἡ στιγµή ὅπου µποροῦµε ξανά νά περπατήσουµε χωρίς δεκανί-

κια. Περιµένοντας νά ἔρθει αὐτή ἡ ὥρα δέν µᾶς µένει παρά νά ζήσουµε τήν πίστη µας, ὅπως

ἕνας τυφλός µέ τό µπαστούνι του.

Αὐτό µέ κάνει νά σκέφτοµαι αὐτόν τόν τυφλό ἀπό τήν Ἰεριχώ, καθήµενον στήν ἄκρη τοῦ

δρόµου, ὁ ὁποῖος φώναζε δυνατά πρός τόν Ἰησοῦ:«Υἱέ ∆αυΐδ Ἰησοῦ,ἐλέησόν µε!»(Μάρκ.ι΄ 47).

Ἰδού ἡ ἀπαρχή τῆς προσευχῆς πρός τόν Ἰησοῦ, πού ἡ δική µας νωχέλεια µᾶς ἐµποδίζει νά

τήν λέµε ἀσταµάτητα.

Ἕνας ἄλλος παράγοντας µπαίνει, ἐπίσης, στό παιχνίδι, πού ἀφορᾶ τά σηµεῖα καί τά σύµβο-

λα: δέν εἴµαστε καθαρά πνεύµατα - ὅπως οἱ ἄγγελοι - ἀλλά ἔχουµε ἕνα σῶµα καί ἀκριβῶς µέ

αὐτό τό σῶµα (δυστυχῶς ὄντας σαρκικό) πρόκειται νά ὁδεύσουµε πρός τόν Θεόν, διαµέσου

αὐτῆς τῆς «κοιλάδος δακρύων» πού ἀποτελεῖ ἡ ἐπίγεια ζωή µας. Αὐτά τά σηµεῖα καί τά

σύµβολα εἶναι, ἐπίσης, γιά νά τό ποῦµε καί ἔτσι, πινακῖδες πού µᾶς δείχνουν τόν δρόµο πού

πρέπει νά ἀκολουθήσουµε. Ἐφόσον εἴµαστε φτιαγµένοι ἀπό πνεύµα καί σῶµα, πρέπει ὅλο

µας τό εἶναι νά συµµετέχει καί νά ζεῖ αὐτή τή ζωή ἐν Θεῷ: ὅταν προσευχόµαστε, τό σῶµα

κάνει τό σηµείο τοῦ σταυροῦ καί τό πνεῦµα ἀπέχει ἀπό τίς κακές σκέψεις καί τά ἀθέµιτα

συναισθήµατα.

Ἀλλά ἄς ἐπανέλθουµε στά σηµάδια καί τά σύµβολα. Γιατί ἀνάβουµε λαµπάδες καί καῖµε

θυµίαµα; Εἶναι µιά χειρονοµία πού ἐκφράζει τήν ἀγάπη µας πρός τόν Θεόν, ὅπως ὁ σύζυγος

πού φέρνει λουλούδια στήν σύζυγό του καί τῆς προσφέρει χάδια καί τρυφερότητα. Χωρίς

αὐτά, ὅλα γίνονται ἀφηρηµένα καί ἡ ἀγάπη πεθαίνει, εἶτε ἀνάµεσα σέ µᾶς καί τόν Θεόν,

εἶτε ἀνάµεσα στούς συζύγους. Βέβαια, ὁ Θεός δέν ἔχει ἀνάγκη οὔτε τίς λαµπάδες, οὔτε τό

θυµίαµα· εἶναι περισσότερο γιά ἐµᾶς πού δέν µποροῦµε νά ἐκφράσουµε διαφορετικά τήν

πίστη µας καί τήν ἀγάπη µας πρός τόν Θεόν. Οἱ Ἐβραίοι θυσίαζαν τράγους καί ταύρους:

ἕνας στοιχειώδης τρόπος (γιά νά µήν ποῦµε πρωτόγονος) νά πλησιάσουν τον Θεόν.

Ἐµεῖς, περιµένοντας νά ἔρθει ἡ ὥρα πού θά προσευχηθοῦµε «ἐν πνεύµατι καί ἀληθείᾳ»

(Ἰωάν. δ’ 24), ἄς χρησιµοποιήσουµε ὅλα αὐτά τά µέσα πού ἡ Ἐκκλησία θέτει εἰς τήν διάθεσή

µας.

Ἀρχιµανδρίτης Κασσιανός


Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

πρόοδος

«Ἡ πνευματική πρόοδος» «Ἡ πνευματική πρόοδος»

Ὁ σκοπός τῆς ζωῆς εἶναι νά προοδεύσουμε προσβλέποντας στήν εὐτυχία, πού εἶναι ἡ ἐν Θεῷ ζωή. Ὅλες οἱ ἄλλες πρόοδοι τῆς ὑπάρξεώς μας δέν ἀποτελοῦν παρά τό «ντεκόρ», τήν διακόσμηση: ἡ ἐπιτυχία στίς σπουδές, ἡ αὔξηση τοῦ μισθοῦ, ἡ ἄνθηση τῆς οἰκογενείας κλπ. Οἱ ἐπίγειες ἀξίες δέν εἶναι παρά προσωρινές. Περνοῦν μέ τόν θάνατο, ἐνῶ, ἄν ἀφοροῦν κάποια ἀποτυχία, αὐτή μπορεῖ νά μᾶς κάνει νά προοδεύσουμε πνευματικά ταπεινώνοντάς μας καί στρέφοντας τά βλέμματά μας πρός τήν ἀληθινή εὐτυχία.

Χωρίς πρόοδο, δέν ὑπάρχει εὐτυχία, ὅλα γίνονται θλιβερά καί σκυθρωπά. Μένουμε ἀνικανο- ποίητοι – ἀκόμα καί ἄν γευόμαστε κάποιου εἴδους εὐτυχία – καί δέν θά βροῦμε τήν ἀνάπαυ- ση καί ὁλόκληρη τήν ἰκανοποίηση, παρά μόνο ὅταν ἀπελευθερωθοῦμε ἀπό τά πάθη μας.

Ἡ πνευματική πρόοδος δέν ξεκινᾶ ὑποχρεωτικά μέ τή γέννησή μας, ἀλλά μέ τό «ξύπνημα» τῆς ἐσωτερικῆς μας ζωῆς (ὅταν στρεφόμαστε πρός τόν Θεόν), καί μέ τό βάπτισμά μας. Βάπτι- σμα καί «ξύπνημα» δέν πᾶνε ἀπαραίτητα μαζί. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ξυπνοῦν πρίν ἀπό τό βάπτισμα. Ὑπάρχουν καί ἄλλοι πού εἶναι βαπτισμένοι καί πού τώρα κοιμοῦνται ἤ πού ποτέ δέν ξύπνησαν. Ἡ πνευματική πρόοδος θά τελειώσει τό πρώτο της στάδιο ὅταν ἀφήσουμε αὐτή τήν ζωή. Ἐκείνη τήν στιγμή (τοῦ θανάτου) σταματᾶ ἐπίσης ἡ δυνατότητα νά προοδεύσουμε μέ τά δικά μας μέσα καί μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἀκριβῶς μᾶς βρεῖ ὁ θάνατος, ἔτσι θά ξυπνήσουμε στήν ἄλλη ζωή.

Θά πρέπει, λοιπόν, νά περάσουμε κάποια τελώνεια γιά νά προοδεύσουμε στό δεύτερο στά- διο καί νά φθάσουμε μέχρι τόν Θρόνο τοῦ Ὑψίστου. Ὅταν οἱ ἁμαρτίες γιά τίς ὁποίες δέν θά ἔχουμε μετανοήσει πρίν τόν θάνατο, μᾶς συγκρατοῦν σ’ αὐτά τά τελώνεια καί δέν μᾶς ἀφή- νουν νά τά περάσουμε, τότε παθητικά θά μποροῦμε νά σωθοῦμε μόνο μέ τήν προσευχή, τήν ἐλεημοσύνη καί τά καλά ἔργα τῆς Ἐκκλησίας (εἰκόνες μιᾶς πνευματικῆς πραγματικότητος πού τώρα οἱ αἰσθήσεις μας δέν μποροῦν νά ἀντιληφθοῦν), θά ὑπάρξει κάποια πρόοδος σ’ αὐτό τό στάδιο πού θά ἐξαρτηθῆ ἀπό τούς ἀδερφούς μας πού θά ἀγωνίζονται σ’ αὐτή τήν γῆ, ἀπό τήν προσευχή τῶν ἁγίων καί ἀπό τό ἔλεος τοῦ Σωτῆρος μας. Αὐτό τό στάδιο θά λήξει στήν Τελική Κρίση, ὅταν ὁ Χριστός, ὁ ὑπέρτατος Κριτής, θά κρίνει ζώντας καί νεκρούς. Ἔτσι, μετά ἀπό αὐτή τήν φοβερή ὥρα, θά εἰσέλθουμε στήν αἰωνία μακαριότητα, ἡ ὁποία συνίστα- ται στήν ἔνωση μέ τόν Θεόν, μαζί μέ ὅλους ἐκείνους πού θά σωθοῦν ἤ θά καταδικαστοῦμε αἰώνια στήν ἀπομόνωση, στήν ὑποταγή στό ἐγώ μας, στήν αὐτοκαταστροφή χωρίς τέλος, πού δεν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τήν κόλαση. Ἐκεί δέν θά ὑπάρχει πρόοδος, ἀλλά μιά ἀποσύνθεση πού δέν θά τελειώσει ποτέ, γιατί ἡ ψυχή μας εἶναι ἀθάνατη.

Ἀντίθετα, οἱ σεσωσμένοι θά προοδεύουν ἐπ’ ἄπειρον σέ μιά «ἀσταθή σταθερότητα». Θά προοδεύουν, χωρίς ὄμως νά τό κάνουν, γιατί μέ τόν Θεόν δέν ὑπάρχει οὔτε ἀρχή, οὔτε τέλος. Παράλληλα, θά ζοῦν σέ μιά σταθερότητα πού κινεῖται, πού προάγεται, γιατί ὁ Θεός εἶναι ζωή, δηλαδή κίνηση. Μόνο ὁ θάνατος δέν φέρει κίνηση.

Μιά εἰκόνα αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι ἕνα ταξίδι μέχρι τά ἄκρα τοῦ σύμπαντος, ἕνα σύμπαν πού, παρά τήν ἀπεραντοσύνη του, κάπου τελειώνει. Ἀλλά στά ἄκρα αὐτοῦ τοῦ σύμπαντος τί ὑπάρχει; Τό κενό; ∆ηλαδή, φθάνοντας σ’ αὐτά τά ἄκρα πέφτουμε στό κενό; Καί πού σταματάει αὐτό; Ἐρωτήματα πού, ἄν ἐπιμείνουμε, μᾶς ὡθοῦν πρός τήν τρέλα!

Αὐτή ἡ πρόοδος πού θά ἐπιτευχθεῖ ὅταν ἀναστηθοῦμε γιά νά πᾶμε στήν αἰώνια ζωή, εἶναι πραγματική, ἀλλά ἀκατάληπτη μέ τήν λογική μας. Συνδέει δύο ἀντίθετες ἔννοιες: σταθε- ρότητα καί κίνηση. Εἶναι μιά τελειότητα πού δέν τελειώνει ποτέ, γιατί ποτέ δέν τελειώνει ἡ γνώση καί ἡ ἐμπειρία τῆς μακαριότητος.

Ἐν Χριστῷ Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός


http://orthodoxiagox.blogspot.com – http://oprotoklitos.blogspot.com


Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009

O touv Dikaiouv agapwn


Στήν προσευχή: «Ὁ ἐν παντί καιρῶ…», λέµε ἀναφερόµενοι στόν Θεόν: «ὁ τούς δικαίους

ἀγαπῶν καί τούς ἁµαρτωλούς ἐλεῶν».

Ποιά εἶναι ἡ διαφορά ἀνάµεσα στήν ἀγάπη τῶν δικαίων καί στό ἔλεος τῶν ἁµαρτωλῶν;

Ἀγαπᾶµε αὐτό πού εἶναι ὡραῖο καί καλό, αὐτό πού ἔχει ἀξία. Ἀντίθετα, αἰσθανόµαστε

ἔλεος/οἴκτο γι’ αὐτό πού εἶναι ἄσχηµο, ἰσχνό ἤ ἀποτυχηµένο. Ἡ ἀσχήµια δέν ἀποτελεῖ

ἀντικείµενο ἀγάπης. Ὁ ἁµαρτωλός ἄνθρωπος, σέ ἀντίθεση µέ τά ὑπόλοιπα πλάσµατα,

φέρει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πάντα µαζί του, παρά τήν λοξοδρόµησή του. Ἀντίθετα, ὁ τέλειος

ἄνθρωπος δέν εἶναι µόνο εἰκόνα τοῦ Θεοῦ (κατ’ εἰκόνα), ἀλλά ἔχει ἐπίσης ἀποκαταστήσει τή

θεία ὁµοίωση µαζί Του (καθ’ ὁµοίωσιν), κάτι πού τόν κάνει ἄξιο ἀγάπης.

«Ὅλη ἡ λογική φύση (ἡ ἀνθρώπινη) εἶναι εἰκόνα Θεοῦ· ἀλλά τό καθ’ ὁµοίωσιν τό πετυ-

χαίνουν µόνο οἱ καλοί καί οἱ φρόνιµοι», λέγει ὁ Ἅγιος Μάξιµος ὁ Ὁµολογητής (κεφ. 3,25).

Τό ἔλεος καί ἡ εὐσπλαγχνία εἶναι συναισθήµατα, τά ὁποία τρέφουµε γιά ἐκείνον πού ἡ ζωή

του ἔχει καταστραφεῖ καί ἁλλοιωθεῖ καί εὐχόµαστε αὐτή ἡ λοξοδρόµησή του, αὐτή ἡ

ἀρρώστια, νά τόν ἀφήσει.

Ἡ ἡλικία καί οἱ ρυτίδες εἶναι ἀναπόφευκτες, ἀλλά δέν εἶναι ἀπαραίτητα συνοδευόµενες

ἀπό ἀσχήµια. Μόνο στήν ψυχή αὐτοῦ πού κατέστρεψε τή ζωή του, ἀκόµα καί ὅταν ἡ φυσική

ὀµορφιά τῆς νεότητος ἔχει ἐξαφανισθεῖ - ἡ ὁποία δέν ἔκανε τίποτα παρά µόνο νά κρύβει τό

ἐσωτερικό κενό - ἀνακαλύπτεται ὅλη ἡ δυστυχία.

Ἕνας ἅγιος, δηλαδή ἕνας ἄνθρωπος τέλειος σέ ὅλα τά ἐπίπεδα, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἡλικία

του, ἀκτινοβολεῖ µιά ὁµορφιά, ἕνα φῶς καί εἶναι ἀγαπητός ἀπό ὅλους, ἐκτός βέβαια ἀπό

ἐκείνους πού ἔχουν ἐπιλέξει τό κακό καί ὅλες τίς µορφές του.

Ὁ Θεός, λοιπόν, πώς µπορεῖ νά ἀγαπήσει κάποιον πού ζεῖ στήν ἁµαρτία καί πού δέν

µάχεται νά ἀποµακρυνθεῖ ἀπό τά ἐλαττώµατά του; Τόν κοιτᾶ µέ οἴκτο καί παρ’ ὅλα αὐτά,

τού ἀπλώνει τό χέρι γιά νά τόν σώσει. «∆ίνει στόν ἕνα τό ἔλεός Του, στόν ἄλλον τήν εὔνοια

Του. Στόν ἕνα δίνει, στόν ἄλλο προσφέρει τήν Χάρη Του», λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ

Χρυσόστοµος στήν Ὁµιλία του γιά τό Πάσχα.

Ἔτσι, ἄλλο εἶναι τό συναίσθηµα πρός τόν δίκαιο καί ἄλλο τό συναίσθηµα πρός τόν ἁµαρ-

τωλό. Ἄλλο τό ἔλεος καί ἄλλο ἡ ἀγάπη. Αὐτό πού ὁ Θεός αἰσθάνεται γιά µας, τό αἰσθανό-

µαστε κι ἐµεῖς κάθε µέρα. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἀγαπᾶµε ἐξαιτίας τῶν προτερηµάτων

τους καί ἄλλοι πού µᾶς προκαλοῦν οἴκτο ἐξαιτίας τῆς δυστυχίας καί τῶν προβληµάτων τους,

ἀπό τά ὁποία δέν µποροῦν νά βγοῦν.

Τί πρέπει νά κάνουµε γιά νά µᾶς ἀγαποῦν πραγµατικά καί γιά νά σταµατήσουµε νά

παραπονιόµαστε γι’ αὐτους πού δέν µᾶς ἀγαποῦν; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή, σύµφωνα µέ

ὅσα µόλις εἴπαµε, ἀκόµα κι ἄν ἡ πραγµατοποίησή της ἀπαιτεῖ προσπάθεια. Ὁφείλουµε νά

ξεπεράσουµε τά ἐλαττώµατά µας καί νά γίνουµε χριστιανοί, ὄχι µόνο ἐπιφανειακά, ἀλλά µέ

ὅλο µας τό εἶναι. «Ἄλλοι τά κατάφεραν, γιατί ὄχι κι ἐγώ;». Νά µιά οὐσιώδης ἐρώτηση, πού θά

ἔπρεπε νά εἶναι συνεχῶς µπροστά στά µάτια µας. Ὁ Θεός βοήθησε πολλούς νά τό

κατορθώσουν καί θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά σωθοῦν.

Ἀρχιµανδρίτης Κασσιανός


H Teleutaia euqeia


Στό στάδιο ὁ ἀθλητής τρέχει µέ ὅλη του τή δύναµη, προκειµένου νά κερδίσει. Τό πιό

δύσκολο, ὅµως, εἶναι ἡ τελική εὐθεία. Ἐξαντληµένος ὅπως εἶναι, κάνει µιά τελευταῖα

προσπάθεια, καθώς γνωρίζει ὅτι τώρα εἶναι ἡ πιο κρίσιµη στιγµή· ἤ θά νικήσει ἤ θά χάσει.

Αὐτη ἡ εἰκόνα µπορεῖ νά προσεγγίσει τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία φθάνει στόν στόχο της.

Πρόκειται νά κρατήσει γερά, παρά τίς ἀδυναµίες της, τά τραύµατα καί τίς ἀπώλειες πού

ὑπέστη κατά τήν διάρκεια τῆς ἱστορίας της. ∆εν πρέπει, λοιπόν, νά σκανδαλιζόµαστε, ἀλλά

µᾶλλον νά θαυµάζουµε αὐτή τήν χιλιόχρονη πορεία της.

Τώρα, λοιπόν, εἶναι ἡ πιό κρίσιµη ὥρα, καθώς ὅλα παίζονται – ἤ κερδίζει ἤ τά χάνει ὅλα. Ἡ

ἐλπίδα θά µᾶς φέρει τή νίκη «καθώς ὁ Θεός εἶναι µαζί µας», ὅπως προσευχόµαστε κατά τήν

διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, πού εἶναι ἐπίσης, ἡ σηµαντικότερη στιγµή τῆς

λειτουργικῆς χρονιᾶς, καθώς περικλείει τήν Ἀνάσταση. Ἀλλά ὁ καθένας µας πρέπει νά

βάλει τή δική του θέληση, καθώς ἡ σωτηρία µας δέν ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικά ἀπό τόν Θεό,

ἀλλά καί ἀπό ἐµᾶς τούς ἴδιους.

Προδίδω (ἀποχωρῶ) ἰσοδυναµεῖ µέ προστυχιά. Ἀντίθετα, αὐτός πού ἀληθινά ἀγαπᾶ τήν

Ἐκκλησία λησµονεῖται καί θυσιάζεται γιά τήν τελευταῖα µάχη πού πρέπει νά δώσει.

Ἔχει καλῶς προκηρυχθεῖ ἀπό τούς Πατέρες, ὅτι οἱ ἄνθρωποι τῶν τελευταίων χρόνων θά

ἔχουν µόνο εύαίσθητα καί ἀδύναµα φτερά, ἀλλά οἱ ἀρετές τους θά εἶναι πολύ πιό µεγάλες

ἀπό τῶν ἀνθρώπων τῶν παλαιοτέρων χρόνων. Νά κρατηθεῖ ἡ πίστη σέ τόσους δύσκολους

καιρούς, αὐτό εἶναι πού µᾶς ἔχει ζητηθεῖ καί αὐτό εἶναι πού διατηρεῖ τήν ἀρετή µας. Ἡ

δύναµη τοῦ Θεοῦ φανερώνεται στήν ἀδυναµία µας, καθώς λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος.


Ἀρχιµανδρίτης Κασσιανός


Τό ἀληθινό πρόβλημ

To alhqino problhma

Καθώς ἦταν σέ ἐξέλιξη ἡ τρικυµία στή θάλασσα, οἱ µαθητές φοβήθηκαν, γιατί ὁ Χριστός κοι-

µόταν. Πόσες φορές δέν µᾶς συµβαίνει καί σ’ ἐµᾶς, νά φοβηθοῦµε, καθώς ἀντιµετωπίζουµε

προβλήµατα στή ζωή µας! Παρακάτω, ὅµως, ὁ Εὐαγγελιστής µᾶς δείχνει τό ἀληθινό πρό-

βληµα: «Γιατί φοβᾶστε τόσο; Γιατί δέν ἔχετε ἴχνος πίστης;» Πώς θά µποροῦσε νά βουλιάξει ἡ

βάρκα, ἀφοῦ ὁ Κύριος ἦταν στό κατάστρωµα; Ὁ Κύριος θά πνιγόταν µαζί µέ τούς µαθητές;

Αὐτός ὁ Ἄρχοντας τοῦ σύµπαντος, στόν Ὁποῖον ὑπακούουν ὅλα τά στοιχεῖα τῆς φύσης;

Μόνο ἔλλειψη πίστης µπορεῖ νά καταδειχθεῖ ἐδῶ. Βέβαια, ἄν ὁ Θεός δέν εἶναι µαζί µας, ὅλα

µποροῦν νά µᾶς συµβοῦν. Ὅµως, µέ πίστη ὀρθή, κάθε πρόβληµα βρίσκει τή λύση του. Ὅλα ἐνεργοῦν πρός τό καλό σ’ αὐτούς πού ἀγαποῦν τόν Θεό. Ὁ φόβος ὁφείλεται στήν ἔλλειψη πίστης. Ἀπό τήν ἄλλην, διά µέσου τῆς δοκιµασίας, ἡ πίστη µας βεβαιώνεται καί µᾶς παρω-

τρύνει νά ἐπιστρέψουµε στόν Θεό. Ὁ Κύριος µοιάζει νά κοιµᾶται, ἐν τούτοις «ἰδού, οὐ νυστά-

ξει, οὐδε ὑπνώσει ὁ φυλάσσων τόν Ἰσραήλ», ὅπως λέει ὁ ψαλµός. Πώς µπορεῖ ὁ Θεός νά εἶναιἀπών στίς δοκιµασίες µας; Αὐτός πού εἶναι πανταχού παρών καί εἶναι κοντά σ’ αὐτούς πού

Τόν ἐπικαλοῦνται; Ἄρα, τό ἀληθινό πρόβληµα δέν εἶναι οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς – ὁ

Παντοδύναµος µπορεῖ νά µᾶς σώσει, ὅπως µᾶς δείχνει τό Εὐαγγέλιο – ἀλλά ἡ λίγη πίστη καί ἡ ἔλλειψη προσευχῆς.

Ἀ. Κασσιανός

Τρίτη 14 Ιουλίου 2009

Ἡ θέωσις


Ὁ Εὐάγριος θεωρεῖ τήν ἀπάθεια ὡς σκοπό τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό εἶναι ταυτόχρονα καί σωστό καί λάθος. Ἡ ἀπάθεια δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ προϋπόθεσις ἐνῶ ὁ σκοπός εἶναι ἡ ἀγάπη. Εἶναι σωστό, μέ τήν ἔννοια ὅτι πρόκειται νά μᾶς ἀπαλλάξη ἀπό τά πάθη, νά μᾶς ἐξαγνίσει καί ὄχι νά καταργήση τίς φυσικές μας δυνάμεις, λογική, αἰσθήσεις, ἐπιθυμίες κ.λ.π.. Δέν πρόκειται νά καταργήσουμε τήν προσωπικότητά μας ἀλλά νά τήν ἐξαγνίσουμε, νά τήν τελειοποιήσουμε, ἤ πιό σωστά, νά τήν ἑνώσουμε μέ τόν Θεόν. Ἡ Θέωσις, ἰδού ὁ ἀληθινός σκοπός μας. 

Αὐτή ἡ θέωσις δέν συνίσταται σέ μία ἐξουθένωσι, οὔτε σέ κάτι τό ἐπιπρόσθετο, ἀλλά στήν ἕνωσι τῆς θείας ἐνέργειας ἤ τῆς θείας χάριτος μέ τόν ἄνθρωπο. Διατηροῦμε πάντοτε τήν ἴδια προσωπικότητα ἀλλά θά ἐξαγνισθῆ ἀπό τίς ἀτέλειές της καί θά μεταμορφωθῆ.

Δέν πρόκειται λοιπόν νά σταματήσουμε τόν νοῦν ἀλλά νά τόν ἐξαγνίσουμε σταυρώνοντάς τον στόν σταυρό. 

Μόλις ἐξαγνισθῆ ὁ νοῦς θά μείνη στά ὅριά του ἀντί νά θέλει νά κυριαρχῆ καί νά λαμβάνεται ὡς κριτήριον γιά ὅλα.

 Τό ἴδιο καί μέ τά αἰσθήματα τά ὁποῖα δέν εἶναι κακά τά ἴδια, διότι ὁ Θεός δέν δημιούργησε τίποτε κακό. Εἶναι ἡ ἀμαρτωλή χρήσις ἐκ μέρους μας πού εἶναι ὑπεύθυνη. Ὁ Χριστός, ὁ ἀπαθής, δέν κλαίει μαθαίνοντας τόν θάνατο τοῦ φίλου του Λαζάρου; Δέν κυλοῦν δάκρυα ὡς θρόμβοι αἵματος στόν κῆπο τῶν Ἐλαιῶν ὅταν ἐπρόκειτο ἀκριβῶς νά ἑνώση τό ἀνθρώπινο θέλημά Του μέ τό θεῖο θέλημα; «πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ΄ὡς σύ» (Ματθ. 26:39)

Ἐπάνω στόν σταυρό ὁ Σωτήρ ἔσωσε τόν κόσμο καί ἐπίσης ἐπάνω στό σταυρό ἐκπληρώνεται ἡ σωτηρία μας. Αὐτός ὁ σταυρός συνίσταται σ΄ἐμᾶς, στήν ἀπάρνησι, τήν ἄσκησι, τή νηστεία, τήν ὑπακοή κ.λ.π., ὅλα αὐτά πού ἀφανίζουν «τόν παλαιό μας ἄνθρωπο». Αὐτο φαίνεται παράλογο ἐάν ἀγνοοῦμε τήν ἕννοια τῆς ἀμαρτίας καί τῆς πτώσεως.

Μόλις ἐξαγνισθοῦμε καί ἑνωθοῦμε μέ τόν Θεό, δέν κρίνουμε πλέον χωρίς προσοχή καί μόνον ἀπό τά ἐξωτερικά καί ἀφηρημένα, ἀλλά μέσα ἀπό τήν θεία ὅρασι πού βλέπει καί τά συμπεριλαμβάνει ὅλα. Τότε ἡ κρίσις μας δέν θά εἶναι πλέον μερική ἀλλά ἀκριβής καί τέλεια. Στηριγμένη στήν ἀγαπή αὐτή ἡ κρίσις θά γνωρίζει νά δίνει στό κάθε τι τήν σωστή του ἀξία. 

Ἡ δική μας θέλησις, ὅμως, κάνει τό ἀντίθετο: ἐκτιμᾶ τά πράγματα, καλά ἤ κακά, σύμφωνα μέ τό συμφέρον μας. Γιά νά πετύχουμε, συνεργάζονται καί ἄλλα πάθη : θυμός, ζήλεια, κ.λ.π. Τό ἐγωκεντρικό μας συμφέρον ἀντικαθιστᾶ τήν θεία Δικαιοσύνη μέ τό πρόσχημα τοῦ δικαίου. Πρόκειται λοιπόν γιά μιά κίβδηλη δικαιοσύνη πού παίρνει ἀξίες – αὐτές καθ΄ ἑαυτές σωστές καί ἀληθινές – γιά βοήθεια. 

Ὁ διάβολος δέν προσπαθοῦσε νά πλανήσει τόν Χριστό στήν ἔρημο ἀναφέροντάς του χωρία ἀπό τήν Ἁγία Γραφή;

 Ἅς συγκεφαλαιώσουμε: Ὁ ἐγωκεντρισμός μας, ἡ φιλαυτία μας, ἡ ἀγάπη καί φροντίδα τοῦ ἐαυτοῦ μας, ἡ ἀναδίπλωσις τοῦ ἐγώ μας εἶναι πού ἀλλοιώνουν τήν γνήσια θέλησί μας καί πού ὅλα τά διαστρέφουν.

Ἡ ὑπερηφάνεια κάνει τά ὑπόλοιπα: μᾶς τυφλώνει κάνοντάς μας νά πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε ἀλάθητοι.

Ἐνῶ, σ’αὐτόν πού ἔμαθε νά ἐξαγνίζεται ἀπό τά πάθη του, ἐφαρμόζονται οἱ λόγοι τοῦ Ἁγ. Ἰσαάκ: «Αὐτός ὁ ἅνθρωπος εἶναι μακρυά άπό κάθε ὀργή, μακρυά ἀπό κάθε ζῆλο γιά ἀντιλογία, δέν ἀναστατώνεται οὔτε ἐξ αἰτίας τῆς πίστεως, οὔτε ἐξ αἰτίας ἐπιθυμίας κανενός πράγματος, ἀλλά ζεῖ μέσα σέ ἄπειρη ἀνέκφραστη ψυχική εἰρήνη καί σέ βαθειά ἡσυχία. Ἐνῶ ὅταν βλέπουμε κάποιον ν’ ἀναστατώνεται ἀπέναντι στήν ἄγνοια τῶν ἄλλων ἤ νά θέλει νά τούς διορθώσει, πρέπει νά γνωρίζουμε πώς εἶναι ἡ δική του ἄγνοια πού τόν ὠθεῖ σ΄αὐτό.» (Ἁγ. Ἰσαακ Σύρος τόμος Β΄, λόγος Δ΄, § 77).


Ἀρχιμ. Κασσιανός






Τρίτη 26 Μαΐου 2009

Έλθετε προς εμέ όλοι


(Ματθαίος 11, 28 – 30)

28 Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. 29 άρατε τον ζυγό μου εφ’ υμάς και μάθετε απ’ εμού ότι πράος είμαι και ταπεινός τη καρδία, και εύρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχές υμών.  30 ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν έστιν.

Σε ποιους απευθύνονται οι λόγοι του ευαγγελιστή? Σίγουρα σε όλα τα παιδιά του Αδάμ, εφόσον μετά την πτώση, κανένας δεν έχει καταφύγιο από τον πόνο, τις ταραχές  και από τις αμέτρητες λύπες. « με λύπας θέλεις γεννά τέκνα», και «εν τω ιδρώτι του προσώπου σου θέλεις τρώγει τον άρτον σου» (Γεν 3, 16 – 17)

Ο κύριος υμών Ιησούς Χριστός μας μιλάει για ελάφρυνση ή ανακούφιση παίρνοντας από επάνω μας αυτό τον ζυγό. Δεν αναφέρει ότι θα μας απελευθερώσει ολοκληρωτικά από τις λύπες, αλλά ότι θα μας ξελαφρώσει. Την ίδια στιγμή, μιλάει για πραότητα και ταπείνωση εφόσον (αυτές οι δυο αρετές) θα φέρουν την αλλαγή. Εφόσον η υπερηφάνεια και η σκληρότητα της καρδίας μας κάνουν την ζωή ανυπόφορη καθώς και τρέφουν τον εγωισμό μας αντιθέτως η αρετή μας φέρνει ανακούφιση και ευχαρίστηση. Πάντοτε και καθημερινά η ζωής μας γίνεται βιώσιμη, και εάν λυπηθούμε εξ αρχής, η Χάρις του Θεού μεγαλώνει εφόσον η θέλησης μας είναι εναρμονισμένη με την Θεϊκή θέληση.  

«Έλθετε προς εμέ όλοι», αυτό σημαίνει ότι εμείς πρέπει να κάνουμε τα βήματα προς τον Θεό και να αποδεχθούμε το φορτίο, το φορτίο το οποίο συνιστά την αποδοχή Του, τις επιθυμίες Του καθώς και την δική μας καθαρή θέληση. Αρχικά, αυτό μας φαίνεται δύσκολο, μαθαίνοντας όμως την πραότητα και την ταπείνωση (συμπεριλαμβανομένου και τις υπόλοιπες αρετές) η καρδιά μας θα βρει την ειρήνη από την οποία βγαίνει η πραγματική χαρά.

Επίσης, ‘ζυγός’ σημαίνει η υποταγή και η προσπάθεια αλλά επίσης, το κέρδος του αποτελέσματος. Επί τέλους, το φορτίο είμαστε εμείς, αρά ο καλός ποιμένας μας σηκώνει στους ώμους Του. « Ο άνθρωπος αναπνέει και ο Θεός κάνει τι δουλειά» λένε οι πατέρες. Είναι πάντα η Χάρις που μας  περιτριγυρίζει και ζητάει την συνεργασία μας. Η ολιγοπιστία μας, μας κάνει να πιστεύουμε ότι θα πνιγούμε στην καταιγίδα, και παρόλο που το πιστεύουμε πάντα βρίσκουμε μια διέξοδο, και τίποτα δεν μας συμβαίνει σαν να μην υπήρχε αίσθηση, μια χρησιμότητα. Είναι το ‘τυχαίο’ που έκανε τον κόσμο καθώς και του άθεους αναίσθητους, αλλά για έναν άνθρωπο με πίστη, τίποτα δεν συμβαίνει χωρίς την Θέληση του Θεού, εκτός από το αμάρτημα, το οποίο είναι συγκεκριμένα ένα τίποτα, ανυπαρξία, η καταστροφή.

Σε αυτούς τους δυο στίχους του ευαγγελιστή, όλα έχουν ειπωθεί: η πτώση, η σωτηρία από τον Χριστό και το σημάδι της ζωής μας – μια περίληψης του ευαγγελιστή για να λέγεται.

Αρχιμανδρίτης Κασσιανός


μετάφραση : Karidima Marianna



ΕΡΩΤΗΣΗ

  ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς να σταµατήσουµε να αµαρτάνουµε; ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Χαρακτηριστικό των αγγέλων είναι να µην αµαρτάνουν και των δαιµόνων να µην µετανοού...